Συγκλονιστικό! Νέο θαύμα του Γέροντα Παΐσιου στις Σέρρες



Το κείμενο που ακολουθεί είναι προδημοσιεύση άρθρου. Θα δημοσιευθεί στο ορθόδοξο αντιαιρετικό περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ στο τεύχος Σεπτεμβρίου (τον Αύγουστο δεν εκδίδεται) αλλά λόγω της βαρύτητας του θαύματος, κρίθηκε σωστό να μαθευτεί νωρίτερα και από άλλα μέσα, για το καλό του ορθόδοξου ποιμνοίου στους δύσκολους καιρούς που περναέι η ευλογημένη πατρίδα μας. Υπάρχει και ενυπόγραφη άδεια του εκδότη για όποιον τη θελήσει.
“Πριν μερικές εβδομάδες ακόμα ένα σύγχρονο θαύμα του γέροντος Παισιου έλαβε χώvρα σε ένα μικρό χωριό των Σερρών.Το περιέγραψε στον υποδιάκονο Αμφιλόχιο, του Ιερού Καθεδρικού Ναού των Ταξιαρχών Σερρών, ο βιώσας το θαύμα Παντελής Κ.
Ο Παντελής 18 ετών,νεος χρήστης ναρκωτικών ουσιών,είχε ένα τρομερό ατύχημα με το μηχανάκι του λίγο πιο έξω από το χωριο του με αποτέλεσμα να τραμαυτιστεί σοβαρά στο κεφάλι και να πάθει εγκεφαλική διάσειση. Πιθανότατα ήταν υπό την επίρροια ουσιών γιατί παρόλο που ήταν σε προγράμματα αποτοξίνωσης,το δαιμόνιο αυτό της ηρωίνης δεν έλεγε να βγει από μέσα του.Μπήκε εσπευμένα στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Σερρών με κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.Οι γιατροί τον είχαν σε καταστολή και μετά και από ενδονοσοκομειακή μόλυνση ήταν σε κώμα με τελική γνωμάτευση ότι ήταν εγκεφαλικά νεκρός.Οι γιατροί μην έχοντας άλλα μέσα στη διάθεσή τους,σήκωσαν τα χέρια ψηλά και είπαν στην χαροκαμένη μητέρα του ότι ειναι στα χέρια του θεού.
Η ημερομηνία της τελικής γνωμάτευσης για εγκεφαλικό θάνατο ήταν η 13η Ιουλίου.Σε 1 ημέρα ο γιος της θα έκλεινε τα 18 του χρόνια,και αντί να μπει στην ενήλικη ζωή,τον έβλεπε στο κρεβάτι να παλεύει,όχι για τον γνωστό αγώνα κατά της μάστιγας των ναρκωτικών,αλλά τελείως άμεσα για την επιβίωσή του .Η αξιαγάπητη Κυρία Αναστασία δε το έβαλε κάτω.Με την προτροπή του Άγιου πνευματικου της , παππούλη Αθανάσιου,πήρε το ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη την επόμενη ημέρα και κατευθυνθηκε προς την ιερά μονή ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΣΟΥΡΩΤΗ.Γνώριζε για το μεγαλείο του γέροντα-Πα’ι’σίου , δε γνώριζε όμως οτι εκείνη την ημέρα 14 Ιουλίου συμπληρονώντουσαν 18 χρόνια απο την κοίμηση του γέροντα.
Όταν έφτασε και είδε τη λαοσύναξη απόρησε,αλλά οταν της είπαν οτι ο γέρωντας πέθανε την ίδια μέρα που γέννησε τον μονάκριβο γιο της κόντεψε να λιποθυμήσει.Ενιωσε κατι που δεν μπορει ακόμα να περιγράψει.Μια ένωση με το θείο,την αύρα του γέρωντα και γενικά ότι κάτι καλό θα βγει.
Παρόλη την κρισιμότητα της κατάστασης του γιού της , δε το χρησιμοποίησε σαν αιτία και περίμενε με ταπεινωση και γονατιστή πάνω από 4 ώρες μέχρι να έρθει η σειρά της να προσκυνήσει το μέρος όπου κοιμάται ο γέροντας-Πα’ι΄σιος.
Προσευχήθηκε για το σπλάχνο της και πήρε λίγο χώμα από το μνήμα, το οποίο χώμα το πήγε στον πνευματικότης, και ο οποίος αφού το διάβασε,έφτιαξε ένα αυτοσχεδιο φυλακτό.Η κυρία Αναστασία ΄ετρεξε στο νοσοκομείο και το εναπόθεσε κάτω από το μαξιλάρι του παιδιού της.
Το ίδιο κιόλας βράδυ είδε στον ύπνο της τον Γέροντα Παΐσιο να της λέει “Μη φοβάσαι, θα γίνει καλά ο Παντελής”.
Το επόμενο πρωί ο Παντελής συνήλθε υγιέστατος κάτι που οι γιατροί αδυνατούσαν να εξηγήσουν.Μια έντονη ευωδία είχε κατακλύσει το δωμάτιο και αργότερα διαπίστωσαν ότι αυτή η μυρωδιά, προέρχονταν από το μαξιλάρι του Παντελή, στο οπoίου η μητέρα του είχε τοποθετήσει κρυφά το φυλαχτό με το χώμα από τον τάφο του Γέροντα . Το μόνο που θυμάται ο Παντελής από το λήθαργο του, είναι η φιγούρα ενός μαυροφορεμένου γέροντα να του λέει : ‘ άντε σήκω παλικάρι μου να πας στη μαμά σου.τα κόλυβα σου δε τα έχεισ στο ζωνάρι.θα αργησουμε να τα φαμε’.
Ο Παντελής από εκείνο το πρωινό έχει μια αποστροφή για τα ναρκωτικά και υγιέστατος διαβάζει και προσπαθεί να μπει στο πανεπιστήμιο.Εξομολογείται στον πνευματικό της μητέρας του και θέλησε να μοιραστει το θαύμα που βίωσε η οικογένεια του , με τον υποδιάκονο Αμφιλόχιο.
“ο Θεός μερικές φορές, όταν κάποιος δεν καταλαβαίνη με το καλό, του δίνει μια δοκιμασία, για να συνέλθη. Αν δεν υπήρχε λίγος πόνος, αρρώστιες κ.λπ., θα γίνονταν θηρία οι άνθρωποι· δεν θα πλησίαζαν καθόλου στον Θεό.” Γεροντας Παισιος
Πηγή: Ορθόδοξο αντιαιρετικό περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ, Πενταπόσταγμα

Σύγχρονο θαύμα του Προφήτη Ηλία


Συνομιλώντας στις 20 Ιουλίου 1972 με τον αδελφό Θεόκτιστο από την Ήπειρο, με ρώτησε αν άκουσα ένα αξιόλογο θαύμα που έγινε πριν δεκαπέντε χρόνια στα Γιάννενα από… τον προφήτη Ηλία σε ένα στρατιώτη που φύλαγε σκοπός σε ένα στρατώνα. Του είπα ότι δεν το άκουσα και τον παρακάλεσα να μου το διηγηθεί να το σημειώσουμε σε δόξα του προφήτη Ηλία .
-Άκουσε μου, λέγει. Ένας στρατιώτης φύλαγε σκοπός σε ένα στρατώνα και τα μεσάνυχτα περίπου άκουσε βήματα άνθρωπου που τον πλησίαζε . Ο στρατιώτης υπέθεσε ότι ήταν έφοδος αξιωματικών και, όπως είναι συνήθεια, πήγαιναν να δουν αν είναι ξύπνιος ή κοιμάται κ.λπ. Ο σκοπός φώναξε: Αλτ! Αλλά πάλι τα βήματα ακούονταν και τον πλησίαζαν. Για δεύτερη φορά φωνάζει: Αλτ, τις ει; Έχοντας το όπλο στα χέρια του, καμία απάντηση δεν έλαβε. Αναγκάζεται να επαναλάβει το: αλτ και πυροβολώ!
Μόλις είπε, πυροβολώ, του φεύγει το όπλο από τα χέρια , ως πενήντα μέτρα μακριά, και βλέπει ξαφνικά, αντί του αξιωματικού, όπως νόμιζε, ένα παπά μέσα σε αστραπόμορφη λάμψη φωτός! Και όπως τον είδε, πολύ φοβήθηκε. Του λέει ο φαινόμενος παπάς: «Μη φοβάσαι, παιδί μου, μη φοβάσαι, αλλά, πες μου, γιατί ευλογημένε βλασφημείς τα θεία; Το Χριστό, την Παναγία, τους Άγιους;».
«Συγχώρησέ με, άγιε πάτερ· (ήλθε σε κατάνυξη, δάκρυσε και ζητούσε συγχώρηση για την αμαρτία του αυτή) γιατί από κακή και πολυχρόνια συνήθειαν γίνεται αυτό. Συγχώρησέ με». Του λέει ο άγιος: «Να κηρύξεις σε όλους να μετανοήσουν, να μη βλασφημούν. Να το ανακοινώσεις στη Μητρόπολη και σε όλους· να το γράψουν και οι εφημερίδες». Του λέγει ο στρατιώτης: «Δεν με πιστεύουν, άγιε. Αλλά πες μου ποιός είσαι;» «Είμαι ο προφήτης Ηλίας.
Και για να πιστέψουν περισσότερο, να πεις ότι σ’ εκείνη τη κορυφή (και του έδειξε το μέρος) να σκάψουν και να βρουν εκκλησία μου παλαιά και πάνω σ’ αυτή να κτίσουν Ναό».
Αυτό ανακοινώθηκε σε όλη την πόλη και δημοσιεύτηκε στις τοπικές εφημερίδες· πολλοί πίστεψαν και άλλαξαν ζωή , ο δε σύλλογος των αρτοποιών που τιμούν τον προφήτη Ηλία ως προστάτη τους, έσκαψαν στη κορυφή που τους υποδείχθηκε, ανακάλυψαν την πάλαιαν εκκλησία και έκτισαν νέα σε δόξα και τιμή του πανένδοξου προφήτη Ηλία.
Ο στρατιώτης άλλαξε τρόπους και παλαιές συνήθειες και έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως υπόδειγμα καλού χριστιανού. 

Ένα θαύμα του Αγίου Κωνσταντίνου




Του Μόσχου Εμμανουήλ Λαγκουβάρδου
Το 1947 ήμουν εφτά χρονών και έμενα με τους γονείς μου στον Τύρναβο. Παραμονές Χριστουγέννων πηγαίναμε με τη γιαγιά μου από τον Τύρναβο στο χωριό μας στη Δεσκάτη,όπου μας περίμενε ο παππούς μου. Στην Ελασσόνα επισκεφθήκαμε μια θεία μου , να μείνουμε λίγες ώρες, ώσπου να έρθει η ώρα της αναχώρησης του στρατιωτικού αυτοκινήτου που έκανε τη συγκοινωνία συνοδευόμενο από ναρκοσυλλέκτες,γιατί ο δρόμος είχε νάρκες.
Παίζοντας με τον συνομήλικο εξάδερφό μου στο σπίτι της θείας μου σκόνταψα στο μαγκάλι κι έπεσαν τα κάρβουνα επάνω στο χαλί. Λυπημένος από τη ζημία που έκανα το έσκασα απ΄το σπίτι της θείας μου και πήγα στις όχθες του ποταμού Τιταρίσιου που διασχίζει την Ελασσόνα. Επέστρεψα στο σπίτι όταν άρχισε να βραδιάζει. Το στρατιωτικό αυτοκίνητο είχε φύγει και μειναμε το βράδυ στο σπίτι της θείας μου.
Τη νύχτα η γιαγιά μου είδε στον ύπνο της τον προστάτη της Άγιο Κωνσταντίνο, ο οποίος της είπε, να μην πάει στη Δεσκάτη, αλλά να γυρίσει στον Τύρναβο γιατί η ζωή της κόρης της κινδυνεύει.
Το πρωί επιστρέψαμε στον Τύρναβο όπου η μητέρα μου κινδύνευε να πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία (ήταν λεχώνα στην αδελφή μου Βασιλική) και γιατρός δεν βρισκόταν πουθενά. Ήταν η κατάσταση του ανταρτοπολέμου. Ο πατέρας μου έψαχνε να βρει γιατρό στη Λάρισα. Τελικά βρέθηκε κάποιος στρατιωτικός γιατρός ο οποίος σαν φύλακας άγγελος έμεινε κάμποσες μέρες μαζί μας για να είναι διαρκώς στο πλάι της μητέρας μου , ώσπου να διαφύγει τον κίνδυνο.

Ένα περιστατικό από τούς Κρυπτοχριστιανούς στο Σταυρί του Πόντου τον Μάιο 1867


Ήταν Μάιος μήνας στα 1867. Το ότι οι κάτοικοι της Κρώμνης φανερώθηκαν ως Ορθόδοξοι Έλληνες και στην ψυχή και στην καρδιά, αυτό έδωσε μεγάλο θάρρος στους Σταυριώτες, κι έλεγαν αναμεταξύ τους. «Αφού ο εκατοχρονίτης Μολλά-Μπεχρέμ’ ς πέταξε το σαρίκι κι έβγαλε τον κίτρινο τσουμπέ, γιατί κι εμείς να μην πετάξουμε από πάνω μας τη ντροπή του αρνησίθρησκου;»
Γι’ αυτό οι χωρικοί συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του πρωτόπαπα του χωριού, και αφήνοντας κατά μέρος και τα ψέματα, έκαναν την εξής συμφωνία. «Δεν έχει σημασία το ότι οι παπούδες μας αρνήθηκαν το Χριστό μπροστά στους ανθρώπους. Εμείς, κι αν ακόμα μας σφάξουν, είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε όπως έκαναν οι Κρωμέτες. Θα φανερώσουμε την πίστη μας και θα χάσουμε όλα μας τα υπάρχοντα, αρκεί να βγούμε από αυτή την κόλαση»…. Και αμέσως υπόγραψαν τη συμφωνία και πήραν απόφαση να πάνε στο Κάνι και να ομολογήσουν την πίστη των πατέρων τους μπροστά στο Μουτασερίφη και όλο το Συμβούλιο.
Και τότε έβλεπες στο Σταυρί ένα θέαμα που να σπαράζη την ανθρώπινη καρδιά. Όλοι αγκαλίαζαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκλαιγαν και τα αποχαιρετούσαν, όχι γιατί φοβούνταν για την απόφαση που έπαιρναν, αλλά για τα βάσανα που θα τους επέβαλε η βάρβαρη κυβέρνηση του τόπου, η οποία ούτε νόμο είχε ούτε πίστη, και η οποία ήταν εξοργισμένη γιατί οι Σταυριώτες πήραν θάρρος από τους Κρωμέτες και από τους Γιαγλί-ντερέδες.
Αφού πολύ το σκέφτηκαν και το συζήτησαν, πήγαν και λειτουργήθηκαν στην εκκλησία και μετάλαβαν, έκαναν το σταυρό τους και πήραν του Κανί το δρόμο κι ήρθαν μπροστά στο Μουτεσαρίφ, τον Χάμαλην Γιουσούφ πασά, και άφοβά του είπαν την απόφασή τους. Ο Μουτεσαρίφης, έξυπνος άνθρωπος, όταν βρέθηκε μπροστά σε ογδόντα ανθρώπους έτοιμους να πεθάνουν, επροσκάλεσε το Ινταρέ-Μεζλισίν και το Μουφτή της πολιτείας και μπροστά τους προσπάθησε με καλό τρόπο να τους κάνη ν’ αλλάξουν γνώμη. Όταν όμως είδε πως είναι αμετάπειστοι, τους φυλάκισε.
Δύο μέρες έμειναν στη φυλακή πεινασμένοι, διψασμένοι, άυπνοι, και κατόπι τους έβγαλε και τους έστειλε σε καταναγκαστικά έργα. Και έβλεπες τους νέους μάρτυρες του χριστιανισμού να κουβαλούν με τη ράχη τους από μέσα από την πολιτεία μεγάλες πέτρες, κάτω από το μαστίγιο των ζεπτιέδων, και να χτίζουν ντουβάρια στη Ρωμαίισσα, στο τούρκικο νεκροταφείο, άλλους να καθαρίζουν αποχωρητήρια σε δημόσια γραφεία, άλλους να κουβαλούν στα λουτρά τα σκεύη των χανουμισσών, άλλους να καθαρίζουν τα χάνια της πολιτείας από τις ακαθαρσίες των υποζυγίων, άλλους να κάνουν κατώτερες δουλειές, ενώ τους έφτυναν, τους ύβριζαν, τους έσπρωχναν και τους ράβδιζαν.
Τι έκαναν οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες του Κανί; Η αλήθεια είναι πως δεν κάθισαν με σταυρωμένα χέρια. Ο δεσπότης ο Γερβάσιος Καρνέτης προσκάλεσε σε συνεδρίαση τη Δημογεροντία, που αποτελούνταν από το Χατζή Αναστάση Τσαμουρλή, τον αδελφό του Χατζή Κωνσταντίνο, το Χατζή Κωνσταντίνο Τσαμκιόζη, τον Αναστάση Βαφειάδη, το Γιάννη Τουλούμη, το Χατζή Δημήτρη Μουμτζή, τον Αγαθάγγελο Δημητριάδη. Η Δημογεροντία αποφάσισε και έκρινε καλό να στείλουν πεζοδρόμους στην Τραπεζούντα -γιατί τότε τηλεγραφεία δεν υπήρχαν, και στο ταχυδρομείο τα ελληνικά γράμματα πάντα ανοίγονταν από τους ταχυδρομικούς υπαλλήλους- να δώσουν είδηση στην Αδελφότητα των Αργυροπολιτών και τον εκεί σχολάρχην Γεώργιον Παπαδόπουλον τον Κυριακίδην για τα όσα έγιναν στο Κάνι, και εκείνοι να ειδοποιήσουν τις Πρεσβείες και το Πατριαρχείο και να προλάβουν το κακό.
Βρήκαν και έστειλαν τέτοια παλληκάρια, και γρήγορους σαΐδες, το Γιάννη του Λουκά και τον Παντελή Ζαμανόπουλο, που σε 15 ώρες έφτασαν από το Γουλάτι στην Τραπεζούντα. Απ’ εκεί ο Κυριακίδης έγραψε αμέσως στο Πατριαρχείο και στις Πρεσβείες και έστειλε αναφορά στην Υψηλή Πύλη και πέτυχαν να σταλούν γρήγορα κυβερνητικές διαταγές, να σταματήσουν οι βασανισμοί των Σταυριωτών και να τους αφήσουν να παν στα σπίτια τους.
Και ύστερα από κάμποσες μέρες, στις 29 Ιουνίου, ελεύθεροι, και χωρίς σαρίκι και τσουμπέ, με χαρούμενο το πρόσωπο και γαληνεμένη την καρδιά, γύρισαν τρεχάτοι στα χωριά τους, πήγαν στις εκκλησίες, άναψαν μεγάλες λαμπάδες, χτύπησαν τις καμπάνες, δόξασαν την Αγία Τριάδα, που οι γονείς τους μπροστά τους την αρνούνταν, και άρχισαν τις χαρές και τις διασκεδάσεις.
Μονάχα οι Κασίμ-ζαντέδες, επειδή είχαν την πόστα της Τραπεζούντας ως το Ερζερούμ, δεν πήραν μέρος ως τον καιρό της Ανταλλαγής, όποτε κρυφά-κρυφά ένα δύο ήρθαν κι εκείνοι στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης και φανερώθηκαν και δόξασαν το Θεό.
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Θαύμα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου


Όταν πολεμούσαμε το 1940 στην Αλβανία, εναντίον των Ιταλών, που μας επιτέθηκαν χωρίς κανένα λόγο, συνέβη το εξής θαυμαστό.
Οι τσολιάδες συνέλαβαν μαζί με άλλους Ιταλούς και έναν αξιωματικό αιχμάλωτο. Οι Έλληνες στρατιώτες του αφαίρεσαν το πιστόλι, τα κιάλια κ.λ.π. Ο Ιταλός αξιωματικός τα παρέδωσε όλα ευχαρίστως. Παρέδωσε ακόμη και τις φωτογραφίες της οικογενείας του.
Μια μικρή όμως εικόνα του Αγίου Γεωργίου δεν ήθελε να την παραδώσει με κανένα τρόπο. Τελικά του την πήρανε. Τότε ο Ιταλός αιχμάλωτος ζήτησε να δει τον διοικητή. Όταν τον συνάντησε του μίλησε με ευγενικό τρόπο και τον παρακάλεσε να του επιστρέψουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου.
- Αυτή είναι Ορθόδοξη… τι την θέλεις εσύ, ο παπικός, του είπε ο διοικητής.
- Εγώ, απαντά ο Ιταλός αξιωματικός, όταν οδηγούσα τον λόχο μου εναντίον των Ελλήνων, δεν μπορούσα με κανένα τρόπο να σπάζω τις γραμμές των. Κι αυτό συνέβαινε διότι μπροστά από τις γραμμές τους έβλεπα να τρέχει πέρα δώθε και σε όλη την γραμμή του μετώπου, ένας Καβαλλάρης με άσπρο άλογο. Αυτός μας έφραζε τον δρόμο. Δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε.
Στην οπισθοχώρηση μας όμως βρήκα σε ένα μέρος ένα ερημοκκλήσι. Μπήκα μέσα να προσευχηθώ, κι εκεί στο τέμπλο βλέπω αυτό το εικονισματάκι. Ήταν ακριβώς όπως τον έβλεπα στο μέτωπο! Ήταν ο ίδιος, ο Άγιος, με το άσπρο άλογο που μας εμπόδιζε, και δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε προς την Ελλάδα. Τότε την πήρα την εικόνα αυτή μαζί μου και από τότε την έχω σαν φυλαχτό επάνω μου. Σας παρακαλώ να μου την αφήσετε. Και πράγματι, του την άφησαν.

Σε αγαπώ τρομερά, Θεέ μου, (Η ομολογία ενός στρατιώτη)



Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μεγάλου πολέμου στο Ιράκ στο χιτώνιο ενός Αμερικανού στρατιώτη, ο οποίος έπεσε στο πεδίο της μάχης, βρέθηκε ένα σημείωμα, που περιείχε μία συγκλονιστική εξομολόγηση, μία συγκλονιστική προσευχή.
Ένας μέχρι τότε άθεος νέος, γνήσιο παιδί της εποχής μας, εύρισκε στο διάβα της ζωής του τον Σωτήρα Χριστό μέσα στην αντάρα του πολέμου.
Ας διαβάσουμε, τι έλεγε το σημείωμα εκείνο:


* * *
«Άκουσε, Θεέ μου.
Ακόμα δεν σου έχω μιλήσει. Όμως τώρα επιθυμώ να σου πω φιλικά: Τι κάνεις; Τι γίνεσαι;
Μου είπαν ότι δεν υπάρχεις και σαν ανόητος το πίστεψα. Όμως χθες βράδυ, από το βάθος του κρατήρα μιας οβίδας είδα τον Ουρανό Σου, είδα το μεγαλείο Σου, και τότε κατάλαβα ότι μου είχαν πει ψέματα!
Είναι παράξενο, ότι χρειάσθηκε να έλθω σ  αὐτόν τον καταχθόνιο τόπο, για ν ἀνακαλύψω το πρόσωπό Σου! Τώρα που Σε γνώρισα Σ  ἀγαπῶ τρομερά, Θεέ μου! Αυτό θέλω να το ξέρεις!
Σε λίγο θα γίνει μια ακόμη απαίσια μάχη. Ποιός ξέρει; Μπορεί και να φθάσω στο σπίτι Σου απόψε. Δεν υπήρξαμε όμως ποτέ σύντροφοι μέχρι τώρα• κι αναρωτιέμαι, αν θα με περιμένεις στην πόρτα Σου! Και να, να κλαίω! Και χύνω δάκρυα! Τι παράξενω! Αχ, να Σε είχα γνωρίσει πιο νωρίς, Θεέ μου!
Θεέ μου, που είσαι; Που κατοικείς;
Σε αναζητούσα παντού, ακόμη και μέσα στη δική μου καρδιά, στο σπίτι μου και στην οικογένειά μου. Μα δεν σε εύρισκα πουθενά! Μα συνέχιζα να σε αναζητώ και γύρω μου και μέσα μου.
Και ένοιωσα την παρουσία Σου και είδα την μορφή Σου και άκουσα την φωνή Σου:
- Είμαι δίπλα σου, είμαι κοντά σου! Άνοιξέ μου την καρδιά σου. Θέλω να περάσω σ  αὐτήν, να στήσω τον θρόνο Μου και να την κάνω Βασίλειό Μου…!
- Ω Κύριε!
Έλα! Σε περιμένω…
Σε λαχταρώ…
Θέλω να είμαι αιώνια μαζί Σου• για πάντα κοντά Σου!»

Ιερά Μονή Παναγίας Γοργοεπηκόου, Μάνδρα Αττικής



Γύρω στα 1800 κάποιος μοναχός από το Άγιον Όρος ξεκίνησε να πάει στη Μικρά Ασία όπου υπήρχαν μετόχια αγιορείτικα, φέρνοντας μαζί του και αγιογραφημενες εικόνες για να τις πουλήσει. Μια από αυτές τις εικόνες, ποιος ξέρει με πόσες νηστείες και προσευχές αγιογραφημένη, ήταν της Παναγίας της επονομαζόμενης Γοργοεπηκόου. Την εικόνα αγόρασε στη Σμύρνη μια οικογένεια ευσεβής, πού με τα χρόνια την έδινε πολύτιμη κληρονομια σε κάθε πρωτότοκο. Έτσι ήρθε και στα χέρια της Ιφιγένειας.
Πρώτο γνωστό θαύμα
Μία μερα του 1907, όταν η Ιφιγένεια Αναπλιώτου ταν βρέφος στην κούνια, όπως της διηγούντο οι γονείς της. συνέβη το έξης θαυμάσιο: Οι γονείς γευμάτιζαν στον κάτω όροφο του σπιτιού τους, όταν από τον επάνω όροφο, πού ήταν η κούνια με το παιδί, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος πού όλοι ξαφνιάστηκαν, ιδίως η μητέρα της Ελευθερία, πού φώναξε τρομαγμενη, μήπως της απήγαγαν το παιδί, και αμέσως έτρεξαν να δουν τί συμβαίνει. Και αυτό πού αντίκρυσαν ήταν κάτι το απίστευτο. Η εικόνα μόνη της είχε κατέβει από το εικονοστάσι, πού ήταν στο ίδιο δωμάτιο, και είχε σταθεί όρθια στο κιγκλίδωμα της κούνιας, ενώ το βρέφος κοιμόταν ήσυχο και αμέριμνο.Τρόμαξαν, σάστισαν, έτρεξαν και φώναξαν τον ιερέα και έκαναν μια κατανυκτική παράκληση στην ΙΙαναγία και με δέος την έβαλαν πάλι στο εικονοστασι. Αυτό το θαυμάσιο γεγονός το γιόρταζαν αύτη την ίδια μερα κάθε χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, κάνοντας αγρυπνία στο σπίτι τους.
Πρόσφυγες στην Ελλάδα
 Όταν το 1922 έγινε η Μικρασιατική καταστροφή και ο διωγμός, η οικογένεια της Ελευθερίας κατώρθωσε να περάσει στη Μυτιλήνη. Μεσα στα ελάχιστα πράγματα πού μπόρεσαν, όπως όλοι, να πάρουν μαζί τους, πρώτη ήταν η εικόνα αυτή της Παναγίας.Στη Μυτιλήνη όπου εγκατασταθηκαν, η μητέρα της Ιφιγένειας, Ελευθερία, κάθε 8η Σεπτεμβρίου γιόρταζε την Παναγία εις ανάμνησιν του μεγάλου θαύματος της στη Σμύρνη. 

Φλεγόμενη και μη καιόμενη
Μια χρονιά. 8 Σεπτεμβρίου, θα γιόρταζαν την Παναγία και όπως πάντα η Ελευθερία κατέβασε την εικόνα να την περιποιηθεί. Με πολλή ευλάβεια την καθάρισε και έτριψε το φωτοστέφανο της να γυαλίσει με αμμωνία, χωρίς να ξέρει φυσικά, ότι προκαλούσε φθορά στην εικόνα, πού υπάρχει ως τώρα. Αφού την τακτοποίησε, την ακούμπησε στο τραπέζι πού ήταν ακριβώς κάτω από το εικονοστάσι, όπου υπήρχαν και θρησκευτικά βιβλία.Κάποια στιγμή, πού βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο, φύσηξε δυνατός αέρας από το ανοικτό παράθυρο και σήκωσε το πετσετακι πού ακουμπούσε το αναμμενο καντήλι στο εικονοστάσι. Πήρε φωτιά μια άκρη, έπεσε ένα αναμμενο κομμάτι στο τραπέζι άναψαν τα βιβλία, κάηκε το τραπέζι και στη στιγμή μεταδόθηκε η φωτιά σ΄ όλο το δωμάτιο. Η Ελευθερία, καίτοι κάπως βαρόκοη λόγω της ηλικίας της, άκουσε κάποιους χτύπους. Απορώντας τί να είναι, βγήκε στη πόρτα, αλλά δεν είδε κανέναν. Οι χτύποι όμως συνεχίζοντο πιο έντονα, και τότε ανέβηκε επάνω και μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου, πετάχτηκαν φλόγες και καπνοί. Ζαλίστηκε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και με κόπο μπόρεσε να φωνάξει τους γειτόνους να σβήσουν τη φωτιά. Όταν τελικά μπόρεσε να μπει στο δωμάτιο, και έψαχνε με τα μάτια μέσα να διακρίνει κάτι στις φλόγες, πού ακόμα κρατούσαν. Θεέ μου μεγαλοδύναμε, τί ήταν αυτό πού αντίκρυσε;Η εικόνα της Παναγίας, ανάμεσα στις φλόγες και στους καπνούς την κοίταζε από μακρυά, χαμογελαστή, με κείνο το γλυκύτατο της μειδίαμα, ανέγγιχτη από τη φωτιά, και από τους καπνούς ώστε να λάμπει έτσι όπως την είχε γυαλίσει η ίδια. Οι φλόγες την είχαν σεβαστεί, και μήτε ίχνος καπνού την είχε αμαυρώσει.Όλη η οικογένεια φύλαγαν και αυτό το θαύμα σαν πολύτιμο μαργαριταρι στην καρδιά τους. Η δημιουργία της ΜονήςΤέσσερεις Μοναχές ξεκίνησαν να κτίσουν ένα Μοναστηρι, Ησυχαστήριο. Μια μέρα (Ιανουάριο του 1965), ήρθαν στην Αθήνα, και έμεναν προσωρινά στο πατρικό σπίτι μιας εξ΄ αυτών, πού ήταν εξοχικό, στα Μελίσσια.Εκεί, εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, και συγχρόνως έψαχναν, για έναν κατάλληλο τόπο, για να κτίσουν σιγά-σιγά το Μοναστήρι τους. Τέλος, βρήκαν έναν τόπο στο Καπανδρίτι, τους άρεσε, και έδωσαν και μια προκαταβολή.Η σκέψη τους ήταν, να παραγγείλουν στο Άγιον Όρος μια Εικόνα της Παναγίας της Γοργοεπηκόου, στο όνομα της οποίας θα αφιέρωναν το Μοναστήρι.Μια μερα, ήρθε να τις επισκεφθεί μια γυναίκα. Η Ιφιγένεια Αναπλιώτου. Αφού έμεινε αρκετα μαζί τους, σηκώθηκε να φύγει, λέγοντας:- Πρέπει να πηγαίνω, γιατί έχω να περάσω από την εκκλησία, να πάρω μια Εικόνα μου, πού την πήγα για τους «Χαιρετισμούς».Ξέρετε, μαθεύτηκε πώς είναι πολύ θαυματουργή, και μου ζήτησαν να την πάω, να την προσκυνήσουν. Αλλά την ξύνουν οι γυναίκες, και φοβάμαι, πώς θα μου την αλλοιώσουν.Μετά, τους διηγήθηκε, ότι την έφερε άπ’ τη Σμύρνη. Ότι ήταν Εικόνισμα οικογενειακό, και από γενιά σε γενιά, ερχόταν πάντα στο πρώτο παιδί της οικογενείας, και τελευταία, ήρθε στα χέρια της….- Σε ποιά Χάρη της Παναγίας είναι η Εικόνα; Ρώτησαν εκείνες πολύ συγκινημενες.- Είναι η Παναγία, η Γοργοεπήκοος, απάντησε η γυναίκα.- Ω, γλυκεία αγαλλίαση, κι ω, τρυφερή λαχτάρα, πού πλημμύρισε την καρδιά, των τεσσάρων αφοσιωμένων Μοναχών.- Και μεις, στην Γοργοεπήκοο θα αφιερώσουμε το Μοναστήρι μας, είπαν. Δεν μας την δίνεις την Εικόνα;Αρνήθηκε ευγενικά, και κείνες δεν επέμεναν. Αυτά, έγιναν στα μεσα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Προς το Πάσχα, τους στέλνει ένα μήνυμα, ότι θα τους δώσει την Εικόνα, όταν θα κτίσουν το μοναστήρι. Είπε ακόμα, πώς και κείνη πάντα ονειρευόταν να της κτίσει μία εκκλησία, αλλά δεν είχε την οικονομική δυνατότητα.Φαντάζεστε τη χαρά όλων, και πόσες ευχαριστίες έκαναν στην Παναγία, και στη Θεία Οικονομία οι Μοναχές, κατασυγκινημενες.Από τότε, πέρασαν μερικοί μήνες. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, το 1965, την παρακάλεσαν να τους δώσει, για λίγο, την Εικόνα, για να βγάλουν μερικές φωτογραφίες της, γιατί θα έκαναν την πρώτη τους υπαίθρια Λειτουργία, στο Καπανδρίτι. Την έδωσε ευχαρίστως και όταν πήγαν να την επιστρέψουν τους ειπε:« Κρατήστε την»…Από κείνη την ευλογημενη ώρα, το Εικόνισμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Γοργοεπηκόου, βρίσκεται στα χέρια τους, και με την χάρη της και τη δύναμή της, κτίστηκε η Ιερά Μονή Μάνδρας. κύρια πηγή: Χρυσούλας Χατζηγιαννιού, Η Κυρία Γοργοεπήκοος: Από την αιματωβαμένη Σμύρνη στα βουνά της Μάνδρας,  έκδοσις Ε΄, Ιεράς Κοινοβιακής Μονής «Παναγίας της Γοργοεπηκόου», Μάνδρα Αττικής, 2002.


Θαύματα & Οράματα του Αγίου Ανθίμου


Κάθε Κυριακή, Ο μικρός Αργύρης πήγαινε για να εκκλησιαστεί στο Μοναστήρι των Αγίων Νικήτα, Ιωσήφ και Ιωάννου. Εκεί γνώρισε τον Άγιο Νεκτάριο ιεροδιάκονο τότε,ο οποίος μετά από μια συζήτηση που είχε με τον 8χρονο Αργύρη, είπε στο Γέροντα της Μονής, Παχώμιο: "Βλέπετε Γέροντα, αυτό το παιδί; Μια μέρα θα γίνει Άγιος". Η προφητεία του Αγίου Νεκταρίου, φυσικά εκπληρώθηκε!


Ο νεαρός Αργύρης, σε ηλικία 17 ετών, αποφάσισε να γίνει μοναχός. Έτσι, αναχώρησε για το Μοναστήρι των Αγ. Πατέρων, του Γέροντος και πνευματικού του πατέρα Παχωμίου, στο Προβάτειο Όρος. Εκεί, με πολύ ζήλο, άρχισε να αγωνίζεται σκληρά με όπλα του, τη νηστεία, την προσευχή και την υπακοή στο Γέροντα του. Αργότερα, ζήτησε από το Γέροντα του Παχώμιο, την ευλογία να χτίσει δυο μικρά κελλάκια σε κάποιο ερημικό πατρικό του χωραφάκι, για να συνεχίσει εκεί τους ασκητικούς του αγώνες. Εκεί, αντιμετώπισε πολλές επιθέσεις του μισόκαλου εχθρού, ο οποίος με διαφορετικές πανουργίες θέλησε να γκρεμίσει το νεαρό ασκητή από το πνευματικό του ύψος. Άλλοτε, του εμφανιζόταν σαν κατσίκα, ανεβαίνοντας στη στέγη του κελιού του, άλλοτε έσειε ολόκληρο το κελί του, φώναζε και γλεντούσε. Προσπαθούσε να του προκαλέσει φόβο για να τον αποκάμει. Αλλά ο Άγιος, δεν λύγισε. Είχε κοντά του πάντοτε μια εικόνα, πού του είχε δώσει η μητέρα του και ήταν της γιαγιάς του. Ο ίδιος την είχε ονομάσει: "Παναγία η Βοήθεια". Ή Παναγία μας, πάντοτε τον έσωζε και τον βοηθούσε στις φανερές επιθέσεις του διαβόλου.Το 1910, κατόπιν προτροπής του αναδόχου του πήγε στο Αδραμύτιον, όπου υποκύπτοντας στο θέλημα του θεού, χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη, στις 8 Νοεμβρίου ιερέας στον Ι.Ν. Αγ. Άννης στο Κορδελιό Σμύρνης.

Οι ασθενείς, έγιναν μάρτυρες των θαυμαστών σημείων, που η πίστη του Αγίου διενεργούσε. Οι προσευχές του, χάριζαν την θεραπεία σε πολλούς, έδιωχναν δαιμόνια μια φορά, κάποιος παραπονέθηκε στον "Αγιο ότι ένας ποντικός τρώει τα φυτίλια από το καντήλι της Παναγίας. Ο Άγιος του είπε: "μη στενοχωριέσαι, η Παναγία θα πιάσει τον κλέφτη'' Την επόμενη ημέρα, την ώρα που λειτουργούσε ένας ποντικός βγαίνει στο καντήλι κι αρχίζει να τρώει το φιτίλι. τότε ένα αόρατο χέρι, τον βουτάει και τον κρατάει στον αέρα. Όταν ο Άγιος τελείωσε την προσκομιδή, πήγε από κάτω και είπε στον ποντικό. "Έλα, φτάνει, κατέβα κάτω".Εκείνος υπακούοντας, ανέβηκε στον ώμο του αφού ο Άγιος τον επετίμησε με καλοσύνη λέγοντας του να μη βρίσκει την τροφή του στην Εκκλησία, έφυγε τρεχάτος και ουδέποτε εμφανίστηκε πάλι.

Αργότερα, το 1912, με προτροπή πολλών μοναζουσών που σώθηκαν από το διωγμό που υπέστησαν οι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας από τους Τούρκους, ξεκίνησε να χτίζει ένα μικρό μοναστηράκι για να στεγάσει αυτές τις ψυχές που τον είχαν πνευματικό τους πατέρα και καθοδηγητή. Το 1928, έκανε μόνος του το σχέδιο της μονής και έβαλε θεμέλια. Με πολύ κόπο και μόχθο, ξεκίνησαν οι αδελφές με τον άγιο να ανεγείρουν το Μοναστήρι. Όλη την νύχτα, ετοίμαζαν τα υλικά για να τα βρουν έτοιμα οι εργάτες και να συνεχίσουν εργασία τους. Ό Άγιος, δούλεψε πολύ σκληρά για τη Μονή, φυτεύοντας δένδρα καρποφόρα για να τρέφονται οι μοναχές.Μέσα σε δύο χρόνια, χτίσθηκε η Μονή στη Χίο και ονομάστηκε, "Παναγία η Βοήθεια". Σιγά-σιγά, οι μοναχές έγιναν 70, όλες υπό την πνευματική προστασία και καθοδήγηση του Αγίου. Όλες οι μοναχές που τον έζησαν, έχουν πάμπολλες μαρτυρίες χαραγμένες στην καρδιά τους από τα θαύματα που επιτελούσε ο Άγιος, όσο ήταν ακόμα εν ζωή! Πόσες φορές συνομίλησε με αγγέλους, ακόμη και με την ίδια τη Θεοτόκο, που τόσο πολύ αγαπούσε... Οι διδαχές και οι πολύτιμες συμβουλές του, καταγράφηκαν σε βιβλία και διαφωτίζουν μέχρι και σήμερα, τις διψασμένες ψυχές.

Κάποτε, ενώ βρισκόταν στην τραπεζαρία της Μονής, ο Άγιος σηκώθηκε και βιαστικός και τρομαγμένος πετάχθηκε έξω, φωνάζοντας δυνατά στους εργάτες που έσκαβαν με δυναμίτη μέσα στο βουνό.
-Παντελήηηη φύγετε γρήγορα από κει που είστε.." Εκείνοι,το έκαναν γρήγορα και απορημένοι και σε λίγο το βουνό που βρισκόταν λίγα λεπτά πριν,έσκασε κι έπεσε.Τρομαγμένοι έπεσαν στα πόδια ευχαριστώντας τον που τους έσωσε.

Μία από τις μοναχές διηγείται ότι, κάποια μέρα και ενώ ο Άγιος καθόταν στο κρεβατάκι του και είχε αποκοιμηθεί, είδε έναν Άγγελο μπροστά από τον Άγιο που του είπε: "Άνθιμε, ακολούθα με!". Ο Άγιος άνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τον Άγγελο και κάτι σαν μια λευκή σκιά βγήκε από μέσα του και τον ακολούθησε. Μετά από λίγο οι μοναχές τον σκούνταγαν για να τον ειδοποιήσουν για την τράπεζα, αλλά εκείνος δεν συνερχόταν, ήταν σαν να απουσίαζε! Μετά από μία ώρα συνήλθε και ψιθύρισε: "Δόξα σοι ο θεός! Τους έσωσες Παναγία μου!". Οι μοναχές τον ρώτησαν τι συνέβη αλλά εκείνος απέφυγε να πει κάτι παραπάνω.
Μετά από ένα μήνα, ένας νέος που ήταν καπετάνιος έτρεξε συγκλονισμένος και έπεσε κλαίγοντας μπροστά στα γόνατά του Αγίου λέγοντας: "Σ ευχαριστούμε Άγιε μας Γέροντα που μας έσωσες!". Ο Άγιος απάντησε ότι δεν ήταν εκείνος, αλλά η Παναγία.Κατόπιν προτροπής της ηγουμένης ο καπετάνιος διηγήθηκε στις Μοναχές ότι, καθώς ταξίδευαν στον ωκεανό έπεσαν σ' ένα φοβερό κυκλώνα από όπου ήταν αδύνατο να ξεφύγουν. Πάλευαν με τα κύματα και το σφοδρότατο άνεμο χωρίς ελπίδα. Εκείνος τότε απελπισμένος έβγαλε μια εικόνα του Άγιου Γέροντα που είχε πάντα επάνω του φωνάζοντας του: "Σώσε μας Άγιε Άνθιμε!". Αμέσως τότε είδε τον Άγιο Άνθιμο πάνω από το πλοίο και του φώναξε: "Μη φοβάσαι παιδί μου!". Και πήρε το πλοίο πετώντας το ένα μίλι μακριά από τον κυκλώνα!". Έτσι σώθηκαν. Πόσα τέτοια θαυμαστά είχαν να διηγηθούν οι μοναχές που τον έζησαν!

Το 1960, ο Άγιος αρρώστησε βαριά και ο ίδιος παρηγορούσε τις μοναχές και τα πνευματικά του παιδιά, λέγοντας τους ότι ήρθε η ώρα που ο Κύριος τον καλούσε να αναχωρήσει από τούτη την ζωή.Στις 15 Φεβρουαρίου 1960, 10 λεπτά πριν παραδώσει την αφιερωμένη στο Θεό ψυχή του ακούστηκε μια γλυκιά φωνή: ""Άνθιμε έλα παιδί μου στο Χριστό σου, που τόσο με δίψασες". Εκείνος, προσήλωσε τα μάτια του εκεί από όπου ακούστηκε η φωνή και,αφού φωτίστηκε το πρόσωπό του, ανεχώρησε για να συναντήσει τον Αγαπημένο του Ιησού Χριστό που τόσο πολύ αγάπησε και να συγκατοικήσει αιώνια μαζί του.

Μακάρι οι ευχές του και οι πρεσβείες του να μας συνοδεύουν πάντα για να μιμηθούμε την αγάπη του. Λίγο πιο έξω από την πόλη της Χίου συναντά κανείς τη Μονή "Παναγίας της Βοήθειας που έχτισε ο Άγιος Άνθιμος και που σήμερα εγκαταβιώνουν αρκετές μοναχές,υπό την σκέπη του Αγίου Ιδρυτού της μονής. Εκεί βρίσκεται η κάρα του Άγίου, ο τάφος του αλλά και η ζωντανή παρουσία διαμέσου των πολλών θαυμάτων που καθημερινά επιτελεί σε όσους προστρέχουν στη χάρη του.Τον άγιο ιδιαιτέρως επικαλούνται οι άτεκνες γυναίκες και εκείνος τους χαρίζει το ποθούμενον.

( Αποσπάσματα από το Περ. ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ )

Εμφάνιση του αγίου Βλασίου στον Άγιο πατήρ Παίσιο τον αγιορείτη



Ο Αρχιμανδρίτης π. Αυγουστίνος Κατσαμπίρης είχε επανειλημμένως παρακαλέσει τον Γέροντα να προσευχηθεί για να του εμφανιστεί ο νεοφανής άγιος Βλάσιος ο εκ Σκλαβαίνων. Επιθυμούσε να γνωρίσει τα χαρακτηριστικά του για να τον αγιογραφήσουν .

Ήταν η 21η Ιανουαρίου 1980, Κυριακή του Ασώτου, προς Δευτέρα. Ο Γέροντας ενώ προσευχόταν το βράδυ στο Κελλί του με το κομποσχοίνι, βλέπει να παρουσιάζεται μπροστά του μέσα σε φως ένας Άγιος άγνωστος που φορούσε μανδύα καλογερικό (ηγουμένου). Δίπλα του στον τοίχο του Κελιού του, πάνω από την σόμπα φαίνονταν ερείπια Μοναστηριού. Αισθανόταν απερίγραπτη χαρά και αγαλλίαση και σκεφτόταν «ποιος Άγιος είναι». Τότε άκουσε φωνή από την Εκκλησία «Είναι ο άγιος Βλάσιος από τα Σκλάβαινα».

Από ευγνωμοσύνη, για να ευχαριστήσει τον Άγιο για την τιμή που του έκανε, μετέβη στα Σκλάβαινα και προσκύνησε τα χαριτόβρυτα Λείψανα του. Ανταπέδωσε τρόπον τινά την επίσκεψη. Ο Γέροντας έδειξε μάλιστα από μακριά και το Μοναστήρι του Άγιου, επειδή νύχτωνε και δεν είχε χρόνο να πάει επί τόπου.

Αναφέρει ο κ. Απόστολος Παπαχρήστου «Την εικοστή Μαΐου 1980 ο Γέροντας ήρθε σπίτι μου στο Αγρίνιο, με σκοπό να μεταβή στα Σκλάβαινα Ξηρομέρου και να προσκύνηση τα ιερά Λείψανα του αγίου Βλασίου του εν Σκλαβαίνοις, μετά από αποκάλυψη του αγίου στο Κελλί του. Έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μας και παρ’ ότι του στρώσαμε καθαρά λεύκα σεντόνια, ο Γέροντας τα άφησε τελείως άθικτα. Όταν πήγε στα Σκλάβαινα, προσκύνησε με στρωτές μετάνοιες τον Άγιο και δίδαξε όλους γύρω του».

Ακολούθως ο Γέροντας παρήγγειλε την εικόνα του αγίου Βλασίου στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στο Κορώπι Αττικής, αφού περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του Αγίου στην αγιογράφο μοναχή. Όταν έλαβε την εικόνα αναπαύτηκε , διότι απέδιδε ακριβώς τον Άγιο. «Φαίνεται ότι η αδελφή είχε ευλάβεια και την έκανε με προσευχή και νηστεία», είπε.

Κάθε έτος τιμούσε την μνήμη του αγίου Βλασίου με αγρυπνία μόνος του στο Κελλί. Τον εώρταζε, όχι στις 11 Φεβρουαρίου, που επικράτησε να εορτάζεται η μνήμη του, αλλά στις 19 Δεκεμβρίου, την ημέρα που μαρτύρησε. 
Από το βιβλίο «ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ του ΑΓΙΟΡΕΊΤΟΥ» Ιερομονάχου Ισαάκ, Αγιον όρος 2004.

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ



Με τον πατέρα Ιλίε Λακατούσου μείναμε μαζί τέσσερα χρόνιαστην Περιπράβα στο ΔέλταΔιακρίθηκε γενικά για την εσωτερικήτου δύναμη και για τη σιωπή τουΣπάνια τον άκουγες να μιλάεικαι όταν το έκανε είχε κάτι σημαντικό να πειΤις πιο πολλές φορές μας προέτρεπε να προσευχόμαστε όταν βρισκόμασταν σεκίνδυνο.Γιαυτόν τον άνθρωπο έχω να πω ότι ήταν πραγματικά ταπεινός.Ποτέ δεν ήθελε να βγει στην επιφάνεια,προσπαθούσενα περάσει απαρατήρητος

Θύμαμαι ένα θαυμαστό γεγονός που έλαβε μέρος στο Δέλτα(τουΔούναβη),όπου ο πατέρας Ηλίας έπαιξε έναν ρόλο πολύσημαντικό.

Στις 30 Ιανουαρίου μας έστειλαν στο κανάλι να κόψουμετύφη(υδρόβιο φυτό).Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό μέσα στηνκαρδιά του χειμώνα.Σίγουρος θάνατος.Ήμασταν επιπλέοντρομαγμένοι από το γεγονός ότι οι φύλακες είχαν μαζί τουςτέσσερα πολυβόλα.Ίσως ήθελαν να μας εκτελέσουν,πιστεύονταςότι θα αρνηθούμε να εκτελέσουμε τη διαταγή.Ήταν ένα άνοιγμαεκεί στο νερό γύρω στα σαράντα εκτάρια και η τύφη ήταν πέραβαθιά.Όλοι αρχίσαμε να λέμε μεταξύ μας ότι δεν προκειται ναμπούμε.Μας διέταξαν να μπούμε και να βγάλουμε δύο δέσμες.

Για ποιόν το κάναμε εμείς αυτό;Ήταν κάτι άσκοπο.Πως να μπειςστο νερό;.Αν πατήσεις στο βάλτο ποιός θα σε βγάλει;Διστάσαμεστην αρχή.

Τότε ο πατέρας Ιλίε,αποφασιστικά μας ενθάρρυνε και μαςείπε:’’Μπείτε ,επειδή αυτοί κάνουν κακές σκέψεις.Θα μαςπυροβολήσουν.Μπείτε και η Παναγία και οι Τρεις Ιεράρχες θαμας βγάλουν σωους και αβλαβείς.

Μπήκαμε.Το νερό μας έφτανε μέχρι το πηγούνι.Δουλεύαμε σαννα είμαστε στην ξηρά.Σάλλους το νερό έφτανε μέχρι τολαιμό,σάλλους στο στήθος σάλλους στη μέση,όπως πέτυχε οκαθένας.Μείναμε τρεις ώρες στο νερο και βγάλαμε ότι μαςζήτησαν όμορφα,περιποιημένα και στο ίδιο μέγεθος

Η θερμοκρασία ήταν -30 και ο πάγος είχε πάχος 20-20εκατοστά.Κάτω από τον πάγο φαινόνταν τα κίτρινα ανθισμένανούφαρα.

Μεγάλο θάυμα έγινε εκείνη την ημέρα.Το πρωί είχε ομίχλη,ήτανο ουρανός συννεφιασμένος και το κρύο σου τρυπούσε τακόκκαλα.Ξαφνικά βγήκε ήλιος.Άρχισε να κάνει μια ζέστη πουεκπλήσσονταν και οι φύλακες.Βγάλαμε τα ρούχα μας για ναστεγνώσουν σαν να τα έβαζες στην πιο ζεστή σόμπα,έτσι όπωςέβγαιναν οι ατμοί.Ντυθήκαμε και γυρίσαμε στη φυλακη.

Έτσι η Παναγία και οι Τρεις Ιεράρχες ήταν μαζί μας και μαςβοήθησαν έκεινη την παγωμένη τριακοστή ημέρα τουΙανουαρίου.Κανένας δεν αρρώστησε.Χάρη στις προσευχές τουπατέρα Ιλίε,αλλιώς όλοι θα ήμασταν νεκροί.

πηγή-Το βιβλίο ''Viata parintelui Iustin Pirvu''
πηγή: http://proskynitis.blogspot.com/2010/01/blog-post_6652.html