Λάδι και Δάκρυ Χρειάζονται τα Παιδιά


his ministers a flaming fire
Ό,τι κι αν έκανε η μάνα για το παιδί της αυτό πήγαινε στα χαμένα. Όσες
προσπάθειες κι αν έκανε να το φέρει στο δρόμο του Θεού, ήτανε
άκαρπες. Άσπρο η μάνα,μαύρο ο γιος. Κι όσο έβλεπε να βγαίνουν απ’ τα
χέρια της, με την χάρη του Θεού, παιδιά υπέροχα, έξυπνα, χρήσιμοι
άνθρωποι στην κοινωνία, παιδιά περήφανα που την είχανε δασκάλα, και το
δικό της το μοναδικό παιδί, που του αφοσιώθηκε ολότελα σαν έμεινε
χήρα, να μην αποφασίζει για κάτι, της ερχότανε τρέλλα.
Η παρέα του έβαλε κατά νου να ξεθεμελιώσει και να ρημάξει
κράτος, ηθική, θρησκεία, πατρίδα.
Πηγή: Συνοδοιπορία
Έλα τώρα εσύ μάνα, που γαλουχήθηκες
και γαλούχησες γενεές γενεών με ό,τι ωραιότερο υπάρχει σε ουρανό και
γη, να συμφωνήσεις με το παιδί αυτό. Μέρες, εβδομάδες, μήνες έλειπε
από το σπίτι, χωρίς σημάδια ζωής. Κι’ η μάνα, αχ, αυτή η μάνα! Ποιος
θα γράψει ποτέ τους πόνους, τους μόχθους ,τα δάκρυα αυτών των μανάδων,
που δεν βλέπουν καμιά προκοπή, καμιά λαχτάρα στα παιδιά τους! Οι άλλες
που δικαιώνονται, χορταίνουν τουλάχιστο με τους επαίνους και τα
συχαρίκια των συγγενών. Η μάνα λοιπόν περίμενε. Πάντα περίμενε μια
αλλαγή. Η προσευχή της, το λιβάνι που έκαιγε, το καντηλάκι που άναβε, ήταν όλα, μα όλα γι’ αυτό το παιδί. Όταν ήρθε ο καιρός του να πάει
στρατιώτης, αναθάρρησε η μάνα. Ίσως εδώ βρει τον εαυτό του, είπε.
Αυτός όμως παρουσίασε πιστοποιητικό ψυχιάτρου και πήρε αναβολή.
Και να βλέπει η μάνα τις επιτυχίες των άλλων παιδιών, τα πτυχία ,τις
υποτροφίες και το δικό της παιδί χαμένο στις ιδέες του, τις
μηδενιστικές, τις καταστροφικές,. Κι’ αυτή εκεί, καντήλι και
θυμίαμα, λάδι και δάκρυ. Σημάδια έκανε το πάτωμα. Κάποτε
παρουσιάσθηκε στο σπίτι, γιατί πήρε την απόφαση να πάει
στρατιώτης .»Καλό σημάδι» είπε μέσα της η μάνα.
Πέρασε όλη την θητεία του σε φυλάκιο του Έβρου. Δεν ήρθε να τη δει
ούτε μια φορά. Κι’ η μάνα δεν άφησε το εικονοστάσι χωρίς λάδι και δάκρυ
ούτε ένα βράδυ. Κάποτε απολύθηκε. Μάιο μήνα ήρθε ίσια στο σπίτι.
Χαρούμενος, κεφάτος, σα να μην έλειψε ούτε μια μέρα. Της ζήτησε χρήματα
να πάει λιγες μέρες στη θάλασσα με κάτι φίλους. Του έδωσε αμέσως.
Ένιωθε να παλεύει η μάνα με κάποιον στήθος με στήθος. Κι’ αυτός ο
κάποιος δεν ήταν το παιδί της . Ήταν το πνεύμα του κακού που έπρεπε να
το νικήσει το πνεύμα του Θεού.
Πέρασαν δέκα μέρες κι όλη η παρέα γύρισε. Γύρισαν χαρούμενοι. Είπανε
τα νέα τους, φάγανε, ήπιανε καφέ και τότε ο γιος της της φέρνει ένα
δέμα.
-Μάνα , σου έφερα ένα δώρο. Είπα να μην έρθω με άδεια χέρια αυτή τη
φορά. Άνοιξέ το να δούμε αν σου αρέσει. Δώρο από σένα αγόρι μου και
δεν θα μου αρέσει; Και μόνο που με σκέφτηκες φτάνει. -Άνοιξέ το ,
λοιπόν… Η μάνα παίρνει το δέμα και το ανοίγει . Μόλις αντίκρυσε
το δώρο πάγωσε. Τα δάκρυά της αυλάκωσαν τα μάγουλά της. Ήταν ένα
πανέμορφο καντηλάκι ,σπάνιας τέχνης . -Μάνα,σ’ έβλεπα πρωί και βράδυ να
ανάβεις το καντήλι και ήξερα, ήμουνα βέβαιος πως τόκανες για μένα. Στη
σκέψη μου ,στη θύμησή μου, σ’ έφερνα πάντα μπροστά στο καντηλάκι.
Τίποτε δεν μου ξέφευγε απ’ όσα έκανες , απ’ όσα υπέφερες. Καποιο μέρος
ήθελα νάχω σ’ αυτή σου τη λαχτάρα. Άντε λοιπόν ,σήκω. Έλα μπράβο, βάζω
το καντηλάκι, βάζεις το λάδι και το… δάκρυ!…. Μα σούφερα
ένα ακόμη ακόμη δώρο. Άνοιξέ το!… Πήρε η μάνα το δεύτερο
δώρο, το ανοίγει και τι να δει! Ένα κ α ν τ ή λ ι !
-Κι άλλο παιδάκι μου; Δίδυμα ήτανε; -Αυτό για το σαλόνι. Φωνάξαμε
τον πατέρα Γρηγόριο να κάνει αγιασμό και βρήκε το σαλόνι χωρίς
καντήλι. Ξέρεις πόσο ντροπιάστηκα; Ολόκληρο σαλόνι χωρίς καντήλι ;
Μ ά ν ε ς αγρότισσες, μάνες νησιώτισες, μάνες πολίτισες,
Βορειοηπειρώτισες. Μάνες που τα παιδιά σας γέμισαν την ποδιά σας με
πτυχία, με διπλώματα κι εσείς οι άλλες, που πασχίζετε μαζί με μένα
για νάβρουν τα παιδιά σας μια θέση στον ήλιο… Και σεις που πιστεύετε, και σεις που δεν πιστεύετε, πάρτε το λάδι και το δάκρυ σας κι ελάτε
να ανάψουμε όλες μαζί το κ α ν τ η λ ά κ ι που έφερε ο γιος
μου. Αφήστε όλους αυτούς , που θέλουν τάχα να προστατέψουν τα παιδιά
μας από αρρώστιες κι αρχίζουν να διαφημίζουν στην τηλεόραση
ανομολόγητους τρόπους, ελάτε λέω, να γονατίσουμε και να ζητήσουμε
απ’ τον Θεό να σώσει τα παιδιά μας.
Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας. Με λάδι και δάκρυ δεν χάνονται ποτέ!
Φανής Μήτσου Θεοδωρίδου
Ζωντανές Ιστορίες

Θέλεις να γίνεις ανάδοχος;


To πρόσωπο του Αναδόχου είναι ιερό, συνάπτει δεσμούς πνευματικής συγγένειας με τον Αναδεκτό και την οικογένειά του. Και λόγω της φύσεώς του λειτουργήματός του επιβάλλεται να τυγχάνει εμπιστοσύνης και εγκρίσεως της Εκκλησίας. Ο Ανάδοχος πρέπει να ξαναβρεί το ρόλο του, δηλ να γίνει για τον Αναδεκτό «εγγυητής εις Χριστόν, ώστε τηρείν τα της πίστεως και Χριστιανικώς ζήν».
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει: «Ότι αν οι Ανάδοχοι ήξεραν το τι λένε, τι υπόσχονται κατά τις κατηχήσεις και το βάπτισμα και τι μεγάλη ευθύνη αναλαμβάνουν, δεν θα ήθελαν να βαπτίσουν, ούτε και αν με θερμά παρακάλια τους παρότρυναν».
Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει σχετικά με τον Ανάδοχο: «Αναδόχους ποιείσθαι φιλευσεβείς και διδασκάλους σχεδόν της πίστεως».
Ο σύγχρονος άγιος κοιμηθείς Γέροντας της Ρουμανίας π.Κλεόπας Ήλιε έλεγε για τους Αναδόχους: «Αντιλαμβάνονται όσοι γίνονται Ανάδοχοι, ότι θα δώσουν λόγο ενώπιον του θεού για τα πνευματικά των παιδιά; Μπορούμε να πούμε ότι πολλοί Ανάδοχοι σώζονται από τα πνευματικά τους παιδιά, εάν τα αναθρέψουν με φόβο θεού. Αλλά οι περισσότεροι τιμωρούνται για την οκνηρία και αδιαφορία των προς τα πνευματικά τους παιδιά».
Γενικά-εισαγωγικά
1. Ο Ανάδοχος είναι ο πνευματικός πατέρας ή η πνευματική μητέρα.
2. Ο Ανάδοχος προκειμένου να αναλάβει τη βαριά διακονία του οφείλει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, όχι μόνο στα χαρτιά του, αλλά και σε όλη τη βιωτή του.
3. Ο Ανάδοχος οφείλει να κάνει Μυστηριακή ζωή, να μετέχει απαραιτήτως των μυστηρίων της εξομολογήσεως και της τακτικής θείας Κοινωνίας.
4. Ο Ανάδοχος οφείλει να μελετά το Λόγο του Θεού, όπως αυτός είναι αποτυπωμένος μέσα στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
5. Ο Ανάδοχος οφείλει απαραιτήτως να εκκλησιάζεται τακτικά, να έχει γνήσια λειτουργική ζωή και όχι μόνον κατά τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης, Πάσχα και Χριστούγεννα, και μάλιστα μόνο για άναμμα κεριού ή στο προαύλιο του ναού.
6. Ο Ανάδοχος οφείλει να γνωρίζει εκτός της Αγίας Γραφής και τους βίους των Αγίων, Πατερικά συγγράμματα, τα λεγόμενα θρησκευτικά βιβλία. Να γνωρίζει καλά την ορθόδοξη πίστη.
7. Ο Ανάδοχος οφείλει να τηρεί κατά γράμμα τις Παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όπως νηστείες και προσευχές. Δεν μπορεί για παράδειγμα να πηγαίνει ο Ανάδοχος τον Αναδεκτό του στο ναό για να τον μεταλάβει κι ο ίδιος ποτέ του να μη δίδει πρώτος το παράδειγμα της μετοχής στα Άχραντα Μυστήρια.
8. Ο Ανάδοχος οφείλει εκτός των υλικών δώρων, τα οποία για την Εκκλησία θεωρούνται υποδεέστερα, όποιας μάρκας κι αν αυτά είναι, να προσφέρει πνευματικά δώρα, όπως είναι πνευματικά βιβλία, CD, DVDκ.α
9. Ο Ανάδοχος οφείλει να μαθαίνει στον Αναδεκτό του την προσευχή, τον τακτικό εκκλησιασμό, τις επισκέψεις σε μέρη πνευματικά, ως είναι οι εκκλησίες μας, τα μοναστήρια μας, τα κατηχητικά σχολεία, οι πνευματικές κατασκηνώσεις, συνάξεις κ.α
10. Ο Ανάδοχος οφείλει να συμβάλει για την ορθόδοξη πνευματική πορεία του Αναδεκτού του. Δεν νοείται ο Ανάδοχος να βλέπει μόνο τον Αναδεκτό του μία ή δύο φορές το χρόνο. Η τακτική επικοινωνία μεταξύ τους θεμελιώνει γερές πνευματικές βάσεις και μάλιστα σε εποχές δύσκολες πού όλα γύρω μας είναι διαβρωμένα και σάπια. Ο Ανάδοχος μπορεί να ορθώσει λόγο δυνατό και πολλές φορές καθοριστικό σε λάθος επιλογές του Αναδεκτού του και να αποτρέψει κάτι που ούτε η ίδια η οικογένεια μπορεί να πετύχει. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει οι σχέσεις μεταξύ των γονέων, Αναδόχου και Αναδεκτού να είναι σταθερές και ακύμαντες από μικρότητες που δημιουργεί ο κοσμικός βίος. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος είναι πρόσωπο του σπιτιού, έχει λόγο, δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε εκλαμβάνεται ως δωροθέτης και «Santa Claus».
11. Ο Ανάδοχος ενδιαφέρεται για τις πνευματικές επιδόσεις του Αναδεκτού του όποιες και αν είναι αυτές, χαίρεται όταν υπάρχει χαρά και κλαίει μαζί του όταν υπάρχει αποτυχία, δυστυχία και θλίψη. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού υπάρχει ένας πνευματικός δεσμός μεγάλος που δεν μπορεί να διαρραγεί με τίποτα. Δηλαδή κι αν ακόμη ο Αναδεκτός έχει παιδί ίδιας ηλικίας με το βαπτιστήρι του πρέπει, όπως αγωνίζεται για το ίδιο το σαρκικό του παιδί, εξίσου να πασχίζει και για το πνευματικό του παιδί. Οι ίντριγκες και τα φαβορί που κατά καιρούς συμβαίνουν στην παραπάνω περίπτωση δεν ανήκουν σε αληθινές πνευματικές σχέσεις που δημιουργεί η Αναδοχή, αλλά σε επιφανειακές σχέσεις που έχουν μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού ημερομηνία λήξεως.
12. Ο Ανάδοχος δεν τελειώνει το έργο του στο ναό ανήμερα στης Βαπτίσεως. Ούτε όλη η γιορτή, ή το πανηγύρι όπως κάποιοι το ονομάζουν, τελειώνει με ένα τραπέζι που οφείλουν να κάνουν οι γονείς του νεοβαπτιζόμενου σ’αυτόν. Αλλά ίσα ίσα από την ημέρα της βαπτίσεως ο Ανάδοχος επωμίζεται μεγάλη πνευματική ευθύνη. Μπορεί σήμερα η επιδερμική προσέγγιση του μυστηρίου να μην οδηγεί στο ποθούμενον της ορθοδόξου καθιερώσεως του σκοπού του θεσμού του Αναδόχου αλλά αυτό δεν αίρει την αληθινή αιτία υπάρξεως του, ασχέτως με τον τρόπο που σήμερα αυτός ο θεσμός προσεγγίζεται. Η κατάσταση αυτή δεν ζημιώνει αυτή την ίδια την ύπαρξη της Θεοΐδρυτης Εκκλησίας, αλλά αδικεί όλους εμάς που δεν συμμορφωνόμεθα στις Εντολές του Θεού, της Αγίας μας Εκκλησίας και των Ιερών Παραδόσεων μας. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος οφείλει και πρέπει να βρει και πάλι τον αρχικό του σκοπό υπάρξεως, που δεν είναι άλλος, του πνευματικού πατέρα και εν Χριστώ αδελφού. 

13. Στην αρχαία Εκκλησία των πρώτων αιώνων υπάρξεώς Της ο Ανάδοχος ως θεσμός δεν υπήρχε στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα γιατί τα Βαπτίσματα των χριστιανών γίνονταν σε προχωρημένη ηλικία. Αυτό σήμαινε ότι ο βαπτιζόμενος όχι μόνον είχε επίγνωση του τι έκανε, αλλά προκειμένου να ασπαζόταν τον Χριστιανισμό έπρεπε να περάσει από δοκιμασία εξετάσεων, σχετικά με την πιστοποίηση της Ορθοδοξίας και Ορθοπραξίας του. Γεγονός που διασφάλιζε την υγιά παρουσία του μέσα στην Εκκλησία. Από τότε που στην Εκκλησία μας καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός ως απαραίτητος θεσμός την ευθύνη για την πνευματική άνδρωση των νηπίων, μαζί με τους γονείς αναλαμβάνουν και οι Ανάδοχοι. Η παρουσία των Αναδόχων είναι λοιπόν εκ προοιμίου μια ασφαλιστική δικλείδα για την Εκκλησία, ότι το νήπιο θα αναπτυχθεί εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, μέσα στο Ορθόδοξο περιβάλλον της χριστιανικής κατά πάντα οικογένειας, μέσα στον Ορθόδοξο ναό με τον τακτικό Εκκλησιασμό και τη αδιάλειπτη άσκηση της Μετοχής των Αχράντων Μυστηρίων και της προσευχής. Αυτήν την εγγύηση της ορθοδοξότητας των βαπτισμένων πιστών μελών Της η Εκκλησία την φιλτράρει δια μέσου των Ορθοδόξων Αναδόχων, πιστών κατά πάντα τέκνων της. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι για να γίνει κάποιος Ανάδοχος οφείλει να έχει τη σφραγίδα της Ορθοδοξότητάς του. Αυτό η Εκκλησία το διασφαλίζει ανά τους αιώνες με το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Άρα Ανάδοχος μπορεί να γίνει μόνον εκείνος που μετανοεί και κατά συνέπεια εκείνος που κάνει πνευματική ζωή. Δηλαδή Ανάδοχος γίνεται ο κάθε αμαρτωλός, ενσυνείδητα όμως μετανοημένος, δια του μυστηρίου της Εξομολογήσεως.
14. O Aνάδοχος οφείλει να σέβεται την Εκκλησία και το ιερατείο. Δεν μπορεί να αναλαμβάνει κάποιος να βαπτίσει και να αποστρέφεται την Εκκλησία και τους υπουργούς των Ιερών Μυστηρίων Της, δηλαδή τους ιερείς. Οφείλει ο κάθε Ανάδοχος να αποδέχεται τις πνευματικές συστάσεις και νουθεσίες των ιερέων χωρίς εγωισμούς και απαξιώσεις. Τελευταίως, εξαιτίας του ότι πολλοί εκ των πιστών μας έχουν απομακρυνθεί από την Εκκλησία απόμεινε στους ιερείς να κρατούν, ως μόνοι θεματοφύλακες, τις Ιερές Παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Αυτό έχει ως συνέπεια να δέχονται εκ μέρους των «πιστών» πολλές φορές απειλές για δημοσιεύσεις σε ΜΜΕ και εξευτελισμούς προκειμένου να επιτύχουν αυτοί το όποιο απάδον προς τα θεσμά της Εκκλησίας θέλημά τους. Για παράδειγμα τελευταίως πολλά ευτράπελα συμβαίνουν στους ναούς εκ μέρους των Αναδόχων, αλλά και των γονέων των νηπίων που προσέρχονται στους Ορθόδοξους Ναούς μας. Π.χ εμφανίζονται Ανάδοχοι που πλήρωσαν για πολύχρωμα μπαλόνια να επιθυμούν το στολισμό τους μέσα στους Ιερούς Ναούς. Κάποιοι άλλοι σκέπτονται να παρουσιάσουν προγράμματα ζογκλέρ και κλόουν μέσα στο ναό, προκειμένου να διασκεδάσουν τους παρευρισκομένους , κάποιοι άλλοι επιμένουν στο στολισμό της κολυμβήθρας, ως μη όφειλε περιττά έξοδα, με κάθε είδους στολίσματα. Και μπορεί εν πρώτοις να αποδέχεται η Εκκλησία τα στολίσματα με αληθινά άνθη, καθότι στολίζει και η ίδια τα εικονίσματα των Αγίων της μ’αυτά, όμως απάδει στο στολισμό της κολυμβήθρας να κρέμονται κλόουν, παιχνιδάκια, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, ψαράκια κι αυτά ακόμη τα άνθη και ο,τιδήποτε ακαθόριστο και βέβηλο για το ίδιο το Μυστήριο. Πόσο μάλλον όταν ειδωλολατρικές μορφές και σχήματα προβάλλονται μέσα στον ορθόδοξο χώρο της.
15. Εκτός τούτων των ανωτέρω πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Ανάδοχοι οφείλουν να εμβαθύνουν και στους διάφορους ακόμη συμβολισμούς των τελουμένων στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά και των ειδών που χρησιμοποιούνται στο μυστήριο. Είδη όπως έλαιο, πρέπει πάντοτε να είναι ελαιόλαδο, λαμπάδες από γνήσιο κερί μελίσσης, λαμπάδα βαπτίσεως και όχι στάτ κεριού με στολίσματα εξεζητημένα και προσβλητικά καθότι κατά την ψαλμωδία του «όσοι εις Χριστόν» θα πρέπει ο Ανάδοχος μετά λαμπάδος και νεοβαπτιζομένου να κάνουν γύρους πέριξ της κολυμβήθρας. Αλλά και τα ρούχα, τα λεγόμενα «εμφώτια» του νεοβαπτιζομένου πρέπει να είναι λευκά, γιατί συμβολίζουν την αγνότητα και καθαρότητα. Ως εκ τούτου χρωματιστά ρούχα, χρωμάτων μπλε για τα αγοράκια και ροζ ή κόκκινα για τα κοριτσάκια απάδουν στον ανωτέρω συμβολισμό και δεν γίνονται αποδεκτά από την Εκκλησία.
16. Το πόσο σπουδαία θεωρεί την πνευματική σχέση μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού η Ορθόδοξη Εκκλησία φαίνεται και εκ του γεγονότος ότι θεωρεί αυτή τη σχέση πλέον ως συγγένεια και για τον λόγο αυτό κωλύει(=απαγορεύει) την τέλεση θρησκευτικού γάμου μεταξύ τους. Φυσικά το κώλυμα αυτό ίσχυε στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας μέχρι τότε που ήταν σε ισχύ Νόμου μόνον ο θρησκευτικός γάμος. Από τότε όμως που εισήχθη και ισχύει στην Ελλάδα ο πολιτικό γάμος (1982) το κώλυμα αυτό δεν ισχύει πλέον για την πολιτεία. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ως κώλυμα και είναι μεγάλη αμαρτία.
17. Ένα παράδοξο φαινόμενο που παρατηρείται τελευταίως στην Εκκλησία μας είναι η παρουσία πολλών Αναδόχων. Αυτό δεν συνηθίζεται κατά την Ορθόδοξη Παράδοσή μας. Η ικανοποίηση πιθανόν πολλών φίλων μας και η ωφεμιλιστική εμπορευματοποίηση του Μυστηρίου εκ μέρους των γονέων, τους οδηγεί να επιλέγουν πολλούς Αναδόχους, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι κ.ο.κ Όμως αυτό αντιβαίνει καθ’ολοκληρίαν στο γεγονός ότι εκ της κολυμβήθρας ένας κανονικά αναδέχεται στην αγκαλιά του τον Αναδεκτό του. Δεν είναι δυνατόν σε τρεις αγκαλιές να αναδεχθεί το νήπιο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν οι Ανάδοχοι είναι περισσότεροι. Ας είμαστε πιο συγκρατημένοι σε τέτοιου είδους αποφάσεις εμείς οι μεγαλύτεροι γονείς. Το παιδί πρέπει να έχει έναν Ανάδοχο, να τον γνωρίζει και να συναναστρέφεται μαζί του. Καθίσταται δύσκολο οι πολλοί Ανάδοχοι να βλέπουν είτε από κοινού τον Αναδεκτό τους είτε χωριστά. Μάλιστα σήμερα που τα προγράμματα των ανθρώπων είναι τόσο δύσκολα και ο χρόνος επαφής καθίσταται πολυτέλεια, αντιλαμβανόμεθα τι θα γίνεται όταν οι τρεις, τέσσερις ή και παραπάνω Ανάδοχοι αποφασίζουν σε διαφορετικές ημέρες και ώρες να συναντούν τον Αναδεκτό τους!
Ορισμένα πράγματα πρέπει να τα βλέπουμε όχι βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα. Όπως η σαρκική πατρότητα χρεώνεται στον πατέρα του παιδιού, έτσι και η πνευματική πατρότητα ασκείται από έναν Ανάδοχο, και όχι από πολλά πρόσωπα. Εάν ακόμα είναι μόδα οι πολλοί Ανάδοχοι, να ξέρουμε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει μόδα, αλλά πίστη. Ως εκ τούτου είναι διαφορετικά το να ζει κάποιος εκκλησιαστικά, από κάποιον άλλο που ζει μόνον κοσμικά. Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Εκκλησίας μας, ότι ενώ η ίδια δεν μπορεί να συμβουλεύει για τη μόδα, το τι θα φορεθεί μια σαιζόν ή να προτείνει δια μέσου των Μ.Μ.Ε. για τρόπους ζωής ή ηθικής τον κόσμο, ο κόσμος που ζει μακριά από αυτήν(ενν. την Εκκλησία) να προσπαθεί να εισάγει καινοφανή ήθη και έθιμα, απάδοντα προς την ίδια την Εκκλησία και μάλιστα απαιτητικά και απειλητικά! Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί με τίποτε άλλο, εκτός από εκκοσμίκευση και αλλοίωση των Ορθοδόξων Παραδόσεων μας που θεματοφύλακες τυγχάνουν οι επίσκοποι και το ιερατείο. Ως εκ τούτου κάθε φορά που προσπαθούν να εισάγονται νέα έθιμα και πρωτοτυπίες επιδειξιομανίας στα της Εκκλησίας μας, εκείνο που πρέπει να γίνεται, όχι μόνον εκ μέρους των κληρικών, αλλά και εκ μέρους των πιστών, που αγαπούν και σέβονται την Εκκλησία, είναι η απόρριψη και η συμμόρφωση στα της Ιεράς Παραδόσεώς μας, κατά το του αποστόλου Παύλου «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις». Για παράδειγμα η νεοφανής συνήθεια να στολίζονται με μπαλόνια οι Ναοί εξωτερικά κατά τα Βαπτίσματα, αντί να ιεροποιεί τον χώρο που προσερχόμαστε να αγιασθούμε, τον αποιεροποιεί, οπότε εύκολα χάνεται και ο προσανατολισμός για τον οποίο και προσερχόμαστε, δηλ. ο αγιασμός μας.
18. Με τα όσα προαναφέραμε καλό θα είναι όσοι σκέπτονται να γίνουν Ανάδοχοι να κάνουν πρώτα οι ίδιοι πνευματική υπακοή σε πνευματικό-εξομολόγο, να δείχνουν επίγνωση της εκκλησιαστικής ζωής τους και να μορφώνονται ζώντας χριστιανικά τον εν Τριάδι Θεό, ούτως ώστε να φέρουν σε αίσιον πέρας το δύσκολο έργο τους που είναι η πνευματική πατρότητα. Στην προοπτική αυτή, καλόν θα είναι και οι κληρικοί να έχουν μια καλή επαφή ή καλύτερα να οργανώνουν κάποιες συναντήσεις με τους Αναδόχους πριν τη βάπτιση. Στις επαφές αυτές ο ιερεύς μπορεί να καθοδηγεί σωστά τον μέλλοντα Ανάδοχο. Κατά ενορίες μπορεί να συστήνονται και «Σχολές Αναδόχων» για την προετοιμασία καλών και χριστιανών Αναδόχων.


Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέλεις να γίνεις ανάδοχος;» 
του Πρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Στ.Χριστοδούλου, 
εκδόσεις Ομολογία.
 

πηγήhttp://www.orthmad.gr: 

Κανείς δεν μπορεί να σωθεί χωρίς τον Σταυρό του (Μια συγκινητική ιστορία).

Ο Στάρετς Ζαχαρίας διηγήθηκε ένα περιστατικό, συγκινητικό για το βαθύ περιεχόμενό του, που συνέβη σε κάποιον νέο, τελείως άπειρο από ψεύδος και πονηριά και που διακρινόταν από την παιδική του ηλικία για την αγάπη του προς την αλήθεια. 

Εδώ φαίνεται η ψυχή ενός καθαρού και τίμιου, αλλά αγράμματου ανθρώπου με πίστη μικρού παιδιού, ακλόνητη και απλή, που είχε καρδιά και θέληση καθαρή και που αγωνιζόταν για τον Θεό, μια ψυχή που τον έκανε πράγματι λίγο μόνο παρακάτω από τους αγγέλους. Όντως είχε γίνει σοφός, ικανός να βλέπει και τα ουράνια και τα επίγεια.

Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Ρωσία, στα απόμερα βάθη της χώρας, σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μιλίων από το πιο κοντινό χωριό. Εκεί ζούσε ένας χωριάτης, ορφανός, τελείως αγράμματος, εργατικός όμως. Πάντοτε εργαζόταν και δεν πέρασε ούτε στιγμή με οκνηρία. Η ψυχή του ήταν καθαρή σαν κρύσταλλο. Σε κάθε υπόθεση πάντοτε υπήκουε στην συνείδησή του. Η συνείδησή του ήταν ευθεία, όχι όμως ασθενής, μα πραγματικά ευθεία, ευαίσθητη και αυστηρή.  Με τον απλό τρόπο του δεν την κατεπάτησε ποτέ με την παρακοή και έτσι πάντοτε άκουγε την φωνή της. Εάν ένας άνθρωπος παρακούει την συνείδησή του μια φορά, δυο φορές ή και περισσότερο, τότε δεν την ακούει πια.

Ο απλοϊκός αυτός άνθρωπος τηρούσε τις νηστείες και τρεφόταν με το ελάχιστο. Ήταν πάντοτε χαρούμενος και γεμάτο ενθουσιασμό για τη ζωή. Δεν κατέκρινε κανένα ποτέ, θεωρώντας τον εαυτό του χειρότερο και κατώτερο από κάθε άλλον. Μια ημέρα, άκουσε από ένα προσκυνητή πως για να σωθεί κανείς πρέπει να αναλάβει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Χριστό. Ο απλοϊκός μας άνθρωπος δεν είχε πάει ποτέ σαν μεγάλος στην εκκλησία, αφού ήταν πολύ μακριά από το χωριουδάκι που ζούσε. Είχε βαπτισθεί σαν μωρό, μα δεν το θυμόταν καθόλου.

«Πρέπει να αναλάβεις τον σταυρό σου και να ακολουθήσεις τον Χριστό». Αυτά τα λόγια ο απλοϊκός μας άνθρωπος τα εννοούσε στην κυριολεξία.

Παρήγγειλε ένα τεράστιο ξύλινο σταυρό και αποφάσισε να τον πάρει και να ακολουθήσει τον Χριστό. Η καθαρή ψυχή του ποθούσε τον Θεό, η καρδιά του διψούσε την σωτηρία, αλλά πώς να Τον ακολουθεί; Και πού; Σε ποιό δρόμο; Πού ήταν ο Χριστός; Να ο σταυρός, αλλά πού να τον πάει;

Ο απλοϊκός άνθρωπος άφησε όλα τα λίγα υπάρχοντά του και τη δουλειά του, σήκωσε τον σταυρό του πάνω στους ώμους του και ξεκίνησε. Βάδιζε, όπως λέει η παροιμία, ακολουθώντας τη μύτη του. Βάδιζε, βάδιζε για πάρα πολλή ώρα και επιτέλους, μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος, συνάντησε ένα ανδρικό μοναστήρι. Χτύπησε την πόρτα.

- «Ποιός είσαι εσύ;», ρώτησε με απορία ο πορτάρης και «πού πας με τον σταυρό σου;»

- «Να εδώ είμαι, βαστάζοντας τον σταυρό μου, αλλά δεν ξέρω πώς να φτάσω στον Χριστό, δεν θα μου δείξεις τον δρόμο;»
- «Πω, πω, βρήκαμε έναν παλαβό. Θα πάω να τα πω στον ηγούμενο».
Πήγε ο μοναχός και τα είπε στον ηγούμενο, ο οποίος έμεινε κατάπληκτος και διέταξε να του φέρουν τον απλοϊκό.
- «Μα δεν έρχεται, επιμένει να μη αφήσει τον σταυρό του και έτσι δεν μπορεί να μπει στο κελλί σας με τον σταυρό, είναι πολύ μεγάλος».
Ο ηγούμενος, λοιπόν, πήγε ο ίδιος στον απλοϊκό. Κουβέντιασε μαζί του και είδε ότι είναι ένας άνθρωπος του Θεού.
- «Λοιπόν εάν θέλεις θα σε βοηθήσουμε να φτάσεις στον Χριστό. Κι εμείς σ’ Αυτόν πηγαίνουμε».
- «Τότε που είναι οι σταυροί σας;», απόρησε ο ξένος, «ξέρετε, ότι ο Κύριος δεν θα σας δεχθεί χωρίς ένα σταυρό».
- «Είναι μέσα μας. Εμείς τους βαστάμε μέσα μας», είπε ο ηγούμενος.


- «Μα πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε με έκπληξη ο ξένος.
- «Εσύ ο ίδιος θα δεις πως. Αλλά προς το παρόν θα σου δώσω την ευχή μου να μείνεις εδώ και θα έχεις ένα διακόνημα, να καθαρίζεις μέσα στην εκκλησία. Πάρε τον σταυρό σου και φέρε τον κάτω εκεί, στην εκκλησία».
Ο απλοϊκός άνθρωπος μπήκε μέσα στην εκκλησία με πολύ φόβο και άρχισε να καθαρίζει. Σήκωσε το κεφάλι του και πάγωσε. Εκεί ψηλά επάνω του, επάνω από το Ιερό, είχε φτιαχτεί ένας μεγάλος ξύλινος σταυρό και επάνω του εικονιζόταν, σε φυσικό μέγεθος, ο Εσταυρωμένος Κύριος. Ο απλοϊκός μας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο πράγμα. Τον κοίταζε και τον ξανακοίταζε. Καρφιά ήταν βαλμένα μέσα στα χέρια και στα πόδια, απ’ όπου ανέβλυζε αίμα. Στο στήθος του, επίσης, ήταν αίμα και τραύμα. Και το κεφάλι του ήταν λουσμένο στο αίμα, το δε πρόσωπό του πρησμένο και χτυπημένο. Ποιός ήταν; Ποιός ήταν αυτός; «Άνθρωπε, ποιός είσαι; Και εσύ βάσταξες τον σταυρό σου και δεν χωρίσθηκες από αυτόν; Αλλά πώς γίνεται να είσαι κρεμασμένος στον σταυρό σου;»
Αίμα έσταξε στην καρδιά του απλοϊκού. Ένοιωσε τόση αγάπη και οίκτο γι’ αυτόν που έπασχε, που του φαινόταν πως θα έδιδε και την ζωή του, εάν μονάχα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τον πάσχοντα και να τον βοηθήσει.
- «Αλλά πώς μπορείς να κρέμεσαι εκεί συνέχεια χωρίς τροφή; Έλα κάτω, κατέβα από τον σταυρό σου και θα σου δώσω εγώ να φας».
Γονατιστός, ο απλοϊκός άνθρωπος ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε….Προσευχήθηκε χωρίς να σταματήσει. «Κατέβα, έλα σε μένα. Δίδαξόν με πώς και πού να βαστώ τον σταυρό μου, μήπως πρέπει κι εγώ να σταυρωθώ επάνω του;».
Έτσι προσευχόταν στον Εσταυρωμένο για μερικές ημέρες και νύχτες, με όλη του την καρδιά. Και έπεσε κάτω μπροστά Του και έγινε μούσκεμα από τα δικά του τα δάκρυα. Και ο Εσταυρωμένος ακούοντας τις προσευχές, υψωμένες προς Αυτόν από τα βάθη μιας καρδιάς, κατέβηκε από τον σταυρό και δίδαξε τον απλοϊκό πώς να βαστά τον σταυρό του για να έλθει στην Βασιλεία των Ουρανών. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί χωρίς το σταυρό του.

Ο Κύριος απεκάλυψε στον απλοϊκό το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, το μυστήριο της αγάπης της Αγίας Τριάδος, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. «Εγώ είμαι ο Υιός του Ουρανίου Πατρός και έχω λυτρώσει το ανθρώπινο γένος με τον Σταυρό μου. Κανείς δεν θα μπορέσει να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών χωρίς τον σταυρό του. Κανείς δεν θα δεχθεί την Χάριν του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του χωρίς τον σταυρό του Γολγοθά και να πλέξεις γύρω του, σαν τριαντάφυλλα, τα έργα της αγάπης».

Ο απλοϊκός τα άκουγε όλα και δέχθηκε το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά του και ο Κύριος του απεκάλυψε πώς εντός ολίγων ημερών θα αναχωρήσει για την Βασιλεία των Ουρανών. Ο απλοϊκός μετά χαράς άρχισε να ετοιμάζεται για τον θάνατο, προσευχόμενος ακαταπαύστως και ευχαριστώντας τον Θεό για όλα. Επίσης απεκάλυψε στον ηγούμενο την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος έχυσε λίγα δάκρυα και τον παρεκάλεσε να πει μερικές προσευχές στον Κύριο και γι’ αυτόν. Με όλη του την καθαρή καρδιά ο απλοϊκός άρχισε να μεσιτεύει προς τον Σωτήρα για τον ηγούμενο.

- «Πάρε και αυτόν στην Βασιλεία των Ουρανών, απόλυσέ τον από την πρόσκαιρη τούτη ζωή».

- «Αλλά, γιατί πρέπει να πάρω και αυτόν; Δεν είναι ακόμα έτοιμος».

- «Ω! Πάρε τον, χάριν της αγάπης που μου έδειξε, όταν μου έδωσε διπλή μερίδα ψωμί και που το μισό έφερα σε Σένα. Κάμε αγάπη σ’ αυτόν, χάριν της αγάπης που έκαμε σε μένα. Πάρε τον στην Βασιλεία των Ουρανών. Ω Κύριε, Θεέ μας, είσαι ο Σωτήρ μας, που σταυρώθηκες για χάρη μας, επάκουσον της προσευχής μου. Μη τον στερήσεις της ανεκφράστου Σου Χάριτος και χαράς».
Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές του απλοϊκού και του απεκάλυψε την ώρα του θανάτου του ηγουμένου και ο απλοϊκός του είπε την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος άρχισε να ετοιμάζεται για την μετάθεσή του στην αιωνιότητα.
Στην ορισμένη ημέρα και ώρα, ο απλοϊκός εξεδήμησε προς τον Κύριο και μετά από δυο εβδομάδες, στην ορισμένη ημέρα και ώρα, εκοιμήθη και ο ηγούμενος.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ»
Εκδόσεις Ιερού Μετοχίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
Ορμύλια Χαλκιδικής
 

ΠΗΓΗ: http://www.agioritikovima.gr

Περί της Αγίας και Φωτοειδούς Μεταμορφώσεως του Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού


transfiguration_of_christ_icon_sinai_12th_century

Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου
Δέστε και πάλι έχουμε εορτή πνευματική και πανήγυρη. Έλαμψε πάλι σε μας σήμερα το αΐδιο φως που γεννάται αϊδίως από φως άκτιστο. Πάλι ευδόκησε να μας αυγάσει, να μας λούσει μέσα και έξω από μας με το απαύγασμα της δόξας του Θεού Πατρός και με τον χαρακτήρα της υποστάσεως του, τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο, που είναι η ακτινοβολία της δόξας και το αποτύπωμα και η σφραγίδα της ένδοξης φύσεως και ουσίας του Θεού Πατρός (Εβρ. α’ 3). Πάλι μας επισκέφθηκε φιλάνθρωπα η φωτολαμπίδα του άκτιστου φωτός, που δεν έχει τέλος και η εικόνα της αγαθότητας του Θεού, ο Θεός Λόγος.
Πάλι μας φώτισε το φώς του ηλίου της δικαιοσύνης που είναι φως πιο πάνω, επέκεινα και πανταχού παρόν, φως από τον ήλιο. Πάλι ήλθε ανάμεσα μας το αληθινό φως, το φως εκείνο που φωτίζει κάθε άνθρωπο, ο οποίος έρχεται, γεννάται σε αυτό τον κόσμο (Ιωάν. α’ 9). Πάλι καταφώτισαν τις ψυχές των πιστών οι ακτίνες του αρρήτου φωτός και η λάμψη της αστραπής του και απεδίωξε μακριά το σκοτάδι της πλάνης και τη ζοφώδη αμαρτία, και απεδίωξε τα έργα του σκοταδιού του διαβόλου, και τύφλωσε τελείως τα ζοφώδη πονηρά πνεύματα μαζί με τον άρχοντα τους διάβολο και τους παρέδωσε στην αφεγγή, σκοτεινή παννυξία (πλήρες σκότος) και έσβησε τελείως τα νυκτώδη και σκοτεινά δόγματα των άθεων, και εξαφάνισε το θράσος των τυράννων, όπως η λαίλαπα τη σκόνη και τους παρέδωσε στο σκοτάδι.
Φώτισε τα ψυχικά μάτια της πίστεως των πιστότατων και θεοστεφών μας βασιλέων της Ρωμανίας (Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, 330 – 1453 μ.Χ.) και δυνάμωσε θεία χάριτι με πολλή δύναμη και την αλήθεια και την κρατική εξουσία της Ρωμανίας. Το άκτιστο φως αυτό φώτισε το νουν των σημερινών και των παλαιών αρχιερέων του να ορθοτομούν το Λόγο της αληθείας. Φώτισε βέβαια και το νουν των αρχόντων και μεγιστάνων για να δικάζουν με δικαιοσύνη (ούτε να αδικούν τους αδύνατους, ούτε να χαρίζονται στους ισχυρούς όταν φταίνε), όσους έχει τιμήσει με τη μεγίστη αύτη υπεροχή να είναι κριτές και δικαστές (δόθηκε, λέγει στην Παλαιά Διαθήκη, από τον Κύριο και Θεό στους δικαστές εσάς η εξουσία και η δύναμη από τον Ύψιστο).
Το άκτιστο φως βεβαίωσε, σφράγισε τα θεία δόγματα της Εκκλησίας του Χριστού. Το φως της αλήθειας λάμπρυνε το πλήρωμα της γης, όλο τον κόσμο. Και εορτάζομε σήμερα όλοι όσοι είμαστε φιλόχριστοι, ευτυχισμένοι και χαρούμενοι, με τον τρόπο του φωτός, φωτεινά, την θεϊκή Μεταμόρφωση του μεγάλου αυτού άκτιστου φωτός, ώστε αφού αφήσουμε εμείς τα σκοτεινά έργα και αφού λάβουμε τα όπλα του φωτός όπως είναι ή ημέρα να πορευθούμε με ωραίο πνευματικό τρόπο. Διότι γι’ αυτό το λόγο και τους ιερούς μαθητές του ό Χριστός τους ανεβάζει ιδιωτικώς σε όρος υψηλό και τους κάνει μάρτυρες αυτής της θεοσημείας, του θαύματος αυτού. Και μεταμορφώνεται μπροστά στους μαθητές αυτούς. Και τους έδειξε τα ενδύματα του σαν φως, το πρόσωπο του βέβαια άστραψε σαν τον ήλιο (δεν έγινε αυτό πού δεν ήταν, αλλά αυτό που έκρυβε με την ανθρώπινη φύση και ήταν πάντοτε το ίδιο, αυτό και φανέρωσε, όσο μπορούσαν τα μάτια τής ψυχής τους να δουν).
Και μεταμορφώθηκε τότε για να δείξει ότι έχει έλθει στον κόσμο για να αναβιβάσει από τα κάτω προς τα άνω τον κόσμο, σώζοντας όλη την ανθρώπινη φύση και αναφέροντας την και ξαναδίνοντας της το αρχέτυπο κάλλος και αξίωμα και καθόλου πλέον να μην σέρνεται χάμω με χαμαιζηλεία (σαν το γουρούνι) και να ξεχνάει τα ανώτερα πνευματικά χαρίσματα και την αιώνιο ζωή, αλλά αφού βάλει μέσα στην καρδιά μας θεία σκαλοπάτια για να ανεβαίνουμε μυστικά από τη γη στον ουρανό, να ζητούμε τα άνω βασίλεια και να βάλουμε στο νουν μας την ημέρα εκείνη της ανέκφραστης και δευτέρας Παρουσίας του Χρίστου. Διότι πως εμείς οι αμαρτωλοί έχοντας ακάθαρτα μάτια εξ αιτίας των παθών μας, θα μπορέσουμε να δούμε τις θεϊκές λάμψεις της άρρητης εκείνης φωτοχυσίας, όπου βέβαια οι θεϊκοί μαθητές, οι όποιοι τόσο καιρό ακολουθούσαν τον Χριστό, μη μπορώντας να υποφέρουν λίγη αυγή, φως της Μεταμορφώσεως του, έπεσαν μπρούμυτα στο έδαφος;
Αν λοιπόν εκεί στο όρος Θαβώρ οι μαθητές δεν μπόρεσαν να δουν καθαρά τη Μεταμόρφωση του Χριστού, αλλά έπεσαν μπρούμυτα με τα πρόσωπα κάτω, πες μου, με τί είδους μάτια θα κοιτάξουμε κατάματα τότε, εμείς που συζούμε με τις αμαρτίες, προς τον Χριστό; Τότε, όχι όταν μεταμορφώθηκε πάνω στο Θαβώρ, αλλά όταν θα κατέλθει από τον ουρανό με θεϊκή δόξα και θα προκαλέσει μεγάλο σεισμό και στον ουρανό και στη γη, όπως έχει γραφθεί; Ακόμη μια φορά εγώ σείω τον ουρανό και τη γη, λέγει στην Αγία Γραφή.
Όταν έλθει ο Χριστός με φωνές σαλπίγγων, με τις δυνάμεις των ουρανών, τους αγγέλους και με φωνές χαρούμενες και με τριαδικούς ύμνους και με ανέκφραστο φως και όταν δούμε να καταφθάνει με χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες φωτεινών αγγέλων κοντά μας, πώς άραγε θα αντικρύσουμε τη δόξα του Χριστού και το απρόσιτο φως του, του οποίου το φως της μεταμορφώσεως δεν μπόρεσαν να δουν οι απόστολοι, πώς εμείς οι αμαρτωλοί θα μπορέσουμε να δούμε την ανεκλάλητη δόξα της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού; Διότι λέγει στην Αγία Γραφή ότι δεν υπάρχει καμία κοινωνία του φωτός και του σκοταδιού, το φως δεν μοιάζει σε τίποτα με το σκοτάδι (Β’ Κορ. ς’ 14). Διότι σκοτάδι είναι η αμαρτία και σκοτάδι είναι ο διάβολος και όσα του αρέσουν. Είναι αδύνατον να κοινωνήσει το σκοτάδι που είπαμε με το φως του μεγάλου Θεού και με την πάμφωτή του βασιλεία. Αν βέβαια εμείς οι αμαρτωλοί επιστρέψουμε προς τον Κύριο και κάνουμε γι’ αυτόν καρπό άξιο της μετανοίας, είμαι πεπεισμένος, σύμφωνα με τις παναληθείς υποσχέσεις του Χριστού, ότι όχι μόνο απλώς θα δούμε την άρρητη δόξα του Χριστού, αλλά και μαζί με τον Χριστό, με τη θεϊκή του χάρη, θα α¬πολαύσουμε τη βασιλεία του Χριστού και τότε πάντως εν Χριστώ θα πει ακριβώς όλος ο λαός το αμήν, γένοιτο, γένοιτο.
Μετάφραση: ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

Ούτε η πίστη είναι δικό μας κατόρθωμα! (Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)



Μόνο η χωρίς όρια Θεϊκή παν-αγαθότης του Χριστού είχε και την αγάπη και την δύναμη να σώσει τον κόσμο. Πράγματι, με την δύναμη του Χριστού, οι ψυχικά νεκροί αναζωογονούνται, ανασταίνονται και ανυψώνονται στην αιώνια Θεϊκή ζωή, πάνω απ’ όλες τις Θεϊκές ουράνιες δυνάμεις.
Από την αρχή μέχρι το τέλος η σωτηρία είναι δώρο της παναγαθότητος του Θεού και σε καμιά περίπτωση δημιούργημα των ανθρώπινων προσπαθειών, των ανθρώ­πινων δυνάμεων και των ανθρώπινων έργων.
Όλη η Θεανθρώπινη οικονομία της σωτηρίας, όλες οι ένθεες Θεανθρώπινες δυνάμεις, τις οποίες ο Κύριος έφερε σε αυτήν, και όλα τα καλά, τα αγαθά και τα δώρα που μας δώρισε με την σωτηρία, αποτελούν και την χάρη της σωτηρίας. Γι’ αυτό το ευαγγέλιο του Σωτήρα, το «σωτηριώδες» ευαγγέλιο, ονομάζεται «ευαγγέλιο της χά­ριτος του Θεού» (Πράξ. Απ. 20,24). Σε αυτή την θαυμαστή «χάρη» μας έχει φέρει (ο Χριστός) και έχουμε σταθεί με την πίστη και με τίποτε άλλο «την προσαγωγήν εσχήκαμεν τη πίστει» (Ρωμ. 5,2), ούτε με τη γνώση, ούτε με την κατοχή διαφόρων πραγμάτων, ούτε με την επιστήμη, ούτε με τον πλούτο, ούτε με τα αξιώματα και τις θέσεις, ούτε με τίποτε άλλο. Και την πίστη μπορεί να την έχει ο κάθε άνθρωπος, μόνο αν θέλει, εξαρτάται δηλαδή μόνο από τη δική του καλή θέληση (Α΄ Τιμ. 1,16). Αλλά μόνο επειδή είμαστε με τον Χριστό «υπό χάριν» (Ρωμ. 6,14), γι’ αυτό και κάνουμε τον αγώνα της ελεύθερης πίστης μας, φωτιζόμενοι και ενισχυόμενοι από την χάρη. Γι’ αυτό και ο άγιος Απόστολος ευαγγελίζεται «τη γαρ χάριτι έστε σεσωσμένοι διά της πίστεως· και τούτο ουκ εξ’ υμών, Θεού το δώρον, ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται». Δεν υπάρχει ανθρώπινο έργο που θα μπορούσε να σώσει το ανθρώπινο γένος από τον θάνατο και τον διάβολο. Μα και αν ακόμα όλα τα ανθρώπινα έργα είχαν αυτόν τον σκοπό και γίνονταν ένα τεράστιο έργο, πάλι δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτε,
Η σωτηρία μας από την αμαρτία, το θάνατο και το διάβολο, ξεπερνά όλες τις ανθρώπινες δυνάμεις και όλα τα ανθρώπινα έργα. Αυτό, ολοκληρωτικά, τέλεια και με κάθε πληρότητα, είναι έργο της παν-αγαθότητας, παν-αγάπης και παντοδυναμίας του Κυρίου Ιησού Χριστού. Και έτσι οι άνθρωποι δεν έχουν δίκιο να «καυχώνται» για κανένα έργο τους, είτε προσωπικό, είτε συλλογικό. Γιατί, για την σωτηρία δεν σημαίνουν τίποτε, ούτε η κουλτούρα, ούτε ο πολιτισμός, ούτε η επιστήμη, ούτε η τεχνολογία, ούτε η φιλοσοφία, ούτε η τέχνη.
Πράγματι, όλα αυτά είναι υπερβολικά αδύνατα, απέναντι στην τρομερή πραγματικότητα του θανάτου. Μόνο μία ανθρώπινη πράξη έχει εδώ αξία και αυτή είναι η πίστη στον Θεάνθρωπο, πίστη στο έργο της σωτηρίας, που Αυτός πραγματοποίησε και αδιάκοπα πραγματοποιεί. Συνεπώς η πίστη, είναι η συνεισφορά μας, η συμβολή μας στο έργο της σωτηρίας μας, της σωτηρίας μας από την αμαρτία, το θάνατο και το διάβολο. Για να τελειοποιηθεί το έργο της σωτηρίας μας απαραίτητη είναι η Χάρη του Θεού.
Ο Θεανθρώπινος αγώνας του Χριστού για την σωτηρία μας, είναι χωρίς όρια, είναι τόσο τεράστιος, τόσο «μέγας» ώστε η πίστη μας να είναι πάντα μικρή, πάντα ελάχιστη, πάντα λυμφατική, για να γίνει «κατανοητός και αντιληπτός» (αυτός ο αγώνας). Γι’ αυτό και συχνά με τους Αποστόλους παρακαλούμε «Κύριε πρόσθες ημίν πίστιν» (Λουκ. 17,5) και «ενίοτε» απελπισμένα φωνάζουμε «πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. 9,24). Η πίστη μας σε όλες τις βαθμίδες είναι πάντα «κατά την ενέργεια του κράτους της ισχύος αυτού» (Εφεσ. 1,19). «Για να μη σε αφήσει να υπερηφανευθείς, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, κοίταξε πως σε ταπεινώνει «τη γαρ χάριτι έστε σεσωσμένοι», λέγει «διά πίστεως». Ύστερα πάλι, για να μη καταστρέψει το αυτεξούσιο, πρόσθεσε και την δίκη μας συμβολή και πάλιν αναιρεί αυτήν και λέγει «και τούτο ουκ εξ’ ημών». Ούτε η πίστη, λέγει, είναι δικό μας έργο. Γιατί αν δεν ερχόταν, αν δεν προσκαλούσε, πώς θα μπορούσαμε να πιστεύσουμε; Γιατί «πώς» λέγει «πιστεύσουσιν» εάν μη ακούσωσιν;» (Ρωμ. 10,14). Ώστε, ούτε η πίστη είναι δικό μας κατόρθωμα. «Θεού» λέγει «το δώρον». Αλλά μήπως ήταν αρκετή η πίστη για να σώσει; λέγει. Αλλά για να μη μας σώσει χωρίς εμείς καθόλου να συμπράξουμε, για να μην είμαστε τελείως αργοί, λέγει, Ότι αυτήν (την πίστη), εζήτησε ο Θεός. Είπε, ότι η πίστη σώζει. Επειδή θέλησε ο Θεός, γι’ αυτόη πίστη έσωσε. Γιατί, ειπέ μου, πού σώζει η πίστη χωρίς έργα; Τούτο είναι δώρο του Θεού, «ίνα μη τις καυχήσεται» (Εφεσ. 2,9), για να μας κάνει ευγνώμονες για την χάρη. Τί δηλαδή; λέγει. Αυτός εμπόδισε να δικαιωθούμε από τα έργα; Καθόλου· αλλά κανένας, λέγει, δεν δικαιώθηκε από τα έργα, για να φανερωθεί η χάρη και η φιλανθρωπία του Θεού. Δεν μας απομάκρυνε, ενώ είχαμε έργα, αλλά επειδή εγκαταλειφθήκαμε από τα έργα, μας έσωσε με την χάρη, ώστε κανένας λοιπόν να μη μπορεί να καυχιέται» (Ιερού Χρυσοστόμου, Λόγος Δ’ προς Εφεσίους).
«Τη γαρ χάριτι έστε σεσωσμένοι διά της πίστεως» και αυτό δεν είναι από μας. Από μας είναι η πίστη, αλλά αιτία και πηγή της είναι ο Θεός. Γιατί αν δεν ενσαρκωνόταν Αυτός, πώς ήταν δυνατό εμείς να πιστέψουμε; Γιατί «έχει λε­χθεί» «πώς θα πιστεύσουν αν δεν ακούσουν;». Γι’ αυτό και ο άγιος Απόστολος ονομάζει την πίστη έργο Θεού. Και η πίστη είναι ακόμη δώρο Θεού, γιατί «καθ’ εαυτή» δεν μπορεί να σώσει (τον άνθρωπο) αν ο Θεός δεν ήθελε να τον σώσει. Έτσι λοιπόν, η πίστη μας είναι περισσότερο δώρο Θεού, όπως δώρο Θεού είναι και η σωτηρία «διά της πίστεως». «Ούτε από έργο μπορεί και πρέπει κανείς να καυχηθεί». Όχι γιατί ο Θεός δεν θα ήθελε να σώσει με τα έργα, αλλά γιατί κανένας δεν μπορεί να σωθεί με τα έργα, αν δεν υπάρχει η πίστη. Εξαιτίας αυτού, σε καμιά περίπτωση, κανένας δεν μπορεί να σωθεί με τα έργα. Λοιπόν ας μη καυχιέται»(Οικούμενιος).

(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.86-89)

Είκοσι Πρακτικές Συμβουλές για Ταπείνωση



 
1. Σε ξέχασαν; Δε σε πήραν ούτε ένα τηλέφωνο;
Δεν πειράζει. Και προπαντός μην παραπονείσαι.
 
2. Σε αδίκησαν;
Ξέχασέ το.
 
3. Σε περιφρόνησαν;
Να χαίρεσαι.
 
4. Σε κατηγορούν;
Μην αντιλέγεις.
 
 
5. Σε κοροϊδεύουν;
Μην απαντάς.
 
6. Σε βρίζουν;
Σιωπή και προσευχή.
 
7. Σου αφαιρούν το λόγο; Σε διακόπτουν;
Μη λυπάσαι.
 
8. Σε κακολογούν;
Μην αντιμάχεσαι.
 
9. Σου μεταδίδουν ευθύνες τα παιδιά σου;Οι συγγενείς σου, οι δικοί σου οι άνθρωποι;
Μη διαμαρτύρεσαι.
 
10. Θυμώνουν μαζί σου;
Να παραμένεις ήρεμος.
 
11. Σου κλέβουν φανερά;
Κάνε τον τυφλό.
 
12. Σε ειρωνεύονται;
Να μακροθυμείς.
 
13. Δεν ακούνε τις συμβουλές σου; Ιδίως δεν ακούνε τις συμβουλές σου τα παιδιά σου;
Πέσε στα γόνατα και κάνε προσευχή.
 
14. Εκνευρισμός στο αντρόγυνο;
Εσύ φταις. Κι εσύ φταις. Όχι ο άλλος.
 
15. Έφταιξες;
Ζήτησε συγγνώμη.
 
16. Δεν έφταιξες;
Πάλι ζήτησε συγγνώμη.
 
17. Έχεις υγεία;
Δόξαζε τον Θεόν.
 
18. Έχεις αρρώστια; Έχεις καρκίνο, ταλαιπωρείσαι, υποφέρεις, βασανίζεσαι, πονάς;
Δόξαζε τον Θεόν.
 
19. Γκρίνια, ανεργία, φτώχεια μέσα στο σπίτι;
Νήστευσε. Αγρύπνησε. Κάνε προσευχή.
 
20. Για όλους και για όλα προσευχή.
Πολλή προσευχή. Πολλή προσευχή. Νηστεία και προσευχή διότι «τούτο το γένος των παθών και των δαιμόνων ουκ εκπορεύεται παρά μόνο με νηστεία και προσευχή».
 
 

Ο δρόμος της σωτηρίας



Μαθητής: Ποιος είναι ο ευκολότερος δρόμος, πού οδηγεί στην σωτηρία;
Γέρων: Φαντάσου, ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, βαδίζει επάνω στην γη. Με όλη του την ευαγγελική απλότητα. Περπατώντας και σύ μαζί Του, γίνεσαι καλύτερος από ό,τι είσαι τώρα;

Μαθητής: (Αφού σκέφθηκα για μια στιγμή, απάντησα):
- Υποθέτω, πώς θα έμενα ο ίδιος, όπως και πριν! Χωρίς καμία ιδιαίτερη χάρη από τον Θεό. Πολλοί είχαν ακολουθήσει τον Χριστό. Και έπειτα εξέπεσαν!
Γέρων: Και ποιο είναι εκείνο, πού ελκύει την χάρη του Θεού περισσότερο από κάθε τι άλλο;

Μαθητής: Δεν γνωρίζω, πάτερ.
Γέρων: Αν προσπαθείς να έχεις την απλότητα των Αποστόλων, δεν κρύβεις τα ανθρώπινα ελαττώματά σου, και δεν προσποιείσαι τον πολυευλαβη, τότε τον βρήκες τον δρόμο.
Μα παρ’ ότι είναι εύκολος, πολλοί δεν τον βρίσκουν! Ο δρόμος αυτός είναι η συντομότερη οδός προς την σωτηρία. Και ελκύει την χάρη του Θεού στον άνθρωπο. Η απλότητα και η ειλικρίνεια, είναι οι πιο ευάρεστες στον Κύριο αρετές. Εάν μή στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μή εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρανών (Ματθ. 18,3).


Πηγή: Στάρετς Λεωνίδας, Μετάφραση: οι Διάκονοι Αλκίσων Μιχαήλ & Χαρίτων Μιχαήλ, Διασκευή: Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 1992

Το τελειωτικό κτύπημα



Αγαπητά μου παιδιά,
Σήμερα η γη μας ποτίζεται συνεχώς από πολύ αίμα, από τους πολέμους και τόσα άλλα που συμβαίνουν. Ποτίζεται όμως και με αθωότερο αίμα από το του Άβελ, και το αίμα αυτό είναι της βρεφοκτονίας. Είναι το αίμα των αθώων βρεφών, των απροστάτευτων υπάρξεων, το οποίον χύνεται από τις ίδιες τις μητέρες των.
Όλα τα ιατρεία κι όλα τα μαιευτήρια έχουν γίνει σφαγεία του Ήρώδου. Εκατομμύρια, εκατομμύρια βρέφη σ’ όλον τον κόσμο έχουν πεταχθή στους ντενεκέδες των σκουπιδιών και στους υπονόμους. Μήτε τα γατάκια δεν πετούν έτσι. Όπως γνωρίζουμε αυτός ο φονιάς, ο γιατρός, ο μαιευτήρ με το νυστέρι του σκοτώνει το βρέφος μέσα στην μήτρα -όπως έχουμε δή σε ταινία- και μετά με το εργαλείο του σπάζει, θραύει το κεφαλάκι του παιδιού και το βγάζει. Και η μητέρα δεν βλέπει τίποτε και πολύ ήσυχη αναχωρεί για το σπίτι της….
…Βλέπετε πόσο τραγική είναι η έκτρωσις, πόσο μεγάλο έγκλημα είναι! Θα πρέπει λοιπόν να σταματήση. Οι αθώες αυτές υπάρξεις δεν πρέπει να σκοτώνωνται τόσο τραγικά και χωρίς έλεγχο συνειδήσεως, Έτσι με τον απλό λογισμό, ότι δεν μπορείς να θρέψης άλλο παιδί. Κανονίζουμε δηλαδή εμείς, πως θα μας φερθή ο Θεός; Κανονίζουμε εμείς, αν θα μπορέσουμε η όχι να φέρουμε εις πέρας όσα παιδιά μας δώση ο Θεός μέσα στην οικογένεια; Εμείς οι ίδιοι κανοναρχούμε τον Θεό πως θα μας φερθή;
Το έγκλημα αυτό παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, επικίνδυνες και πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πόσο φοβερό είναι και να κάνουν έναν αγώνα να το σταματήσουν η να εμποδίσουν άλλες γυναίκες που πρόκειται κατά διαβολική ενέργεια να το διαπράξουν. Γιατί συνήθως φθάνουν στο έγκλημα αυτό είτε από άγνοια είτε από πίεσι είτε από πάλη εσωτερική. Κυρίως συμβάλλει η συνεργεία του διαβόλου με αιτίες και αστήρικτες δικαιολογίες και προφάσεις και αδυναμίες, όπως π.χ. δεν φθάνουν τα οικονομικά, με πιέζει ο άντρας μου, μου ήλθε η ασθένεια κλπ. Από την άλλη πλευρά είναι και η άγνοια και όλα αυτά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και κατορθώνει να παρασύρη τις μητέρες σ’ αυτό το τραγικό αμάρτημα.
Δεν ξέρω, αν γνωρίζετε ότι αυτά τα παιδάκια, αυτά τα έμβρυα, αυτές οι υπάρξεις δεν καταλήγουν στην ανυπαρξία με την έκτρωσι, αλλά το κάθε έμβρυο είναι κι ένας τέλειος άνθρωπος, και μάλιστα στην ψυχή. Αυτά τα παιδάκια ζουν στον άλλο κόσμο, κι όπως καταλαβαίνετε τόσα εκατομμύρια παιδιά έχουν αποτελέσει έναν ολόκληρο στρατό στον ουρανό. Όλα αυτά διαμαρτύρονται˙ το αθώο αίμα τους βοά προς τον Θεό ότι αδικοσκοτώθηκαν και ότι δεν έλαβαν το Άγιον Βάπτισμα, ότι δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Και η ευθύνη σε ποιους πηγαίνει; Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται˙ δίπλα στο αίμα αυτό που χύνεται, στο «κομπιούτερ» του Θεού, γράφεται «έγκλημα». Και αυτό το αίμα πως θα ξεπλυθή; Όταν λερώνεται κάποιος με τι καθαρίζεται; Με το ύδωρ, με το νεράκι το καθαρό. Κι εδώ χρειάζεται ύδωρ να βγαίνη συνεχώς από δύο βρύσες, που είναι τα δύο μάτια. Η μετάνοια η εσωτερική να εξωτερικεύεται με μία ακένωτη πηγή δακρύων εφ’ όρου ζωής!
Βέβαια το αμάρτημα συγχωρείται, αφ’ ης στιγμής κατατεθή στην Ιερά, στην παντοδύναμη Εξομολόγησι, όπου δεν μένει τίποτε ασυγχώρητο. Ο Θεός είναι αγάπη και «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αύτω» (Α’ Ίωαν. 4, 17). Είναι όμως και δικαιοσύνη. Γι’ αυτό οι γυναίκες που έχουν κάνει αυτό το αμάρτημα, ας μην επαναπαύωνται ότι εξομολογήθηκαν τις εκτρώσεις, που έχουν ήδη κάνει. Θα πρέπει σε όλη τους την ζωή να χύνουν δάκρυα μετανοίας. Πολλές απ’ αυτές νοιώθουν ανικανοποίητες καίτοι εξομολογήθηκαν. Γιατί; Διότι ακόμη δεν μετενόησαν εσωτερικά, δεν έχυσαν το αναλογούν δάκρυον, το οποίον θα ξεπλύνη το αίμα της εκτρώσεως η των εκτρώσεων. Η μετάνοια είναι πολύ μεγάλη, απέραντη. Απόδειξις της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Θεού είναι αυτό το «ζην», το ότι ζει ο άνθρωπος και μετά το έγκλημα. Ζει και αυτό σημαίνει ότι τον περιμένει ο Θεός, κι αφού τον περιμένει δεν πρέπει να χάση την ευκαιρία, πρέπει να την εκμεταλλευθή.
Και ο κανόνας του πνευματικού συγκριτικά με το πολύ σοβαρό αυτό αμάρτημα και ειδικό έγκλημα, χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής. Ο κανόνας βοηθάει στην θεραπεία της ψυχής, αλλά, όπως είπαμε, θα πρέπει να ανοίξουν και οι βρύσες των δακρύων, που θα ξεπλύνουν τα αίματα της εκτρώσεως, για να μπόρεση κατόπιν ο άνθρωπος να αισθανθή κοινωνία με τον Θεό. Δεν φθάνει, λοιπόν, μόνον η εξομολόγησις. Αυτό που μετρά, αυτό που θα αλλάξη, που θα αλλοίωση την καρδιά του Θεού, την πικραμένη και φαρμακωμένη, που θα την επαναφέρη, όπως ήταν πριν αμαρτήση ο άνθρωπος, είναι οι δύο βρύσες των ματιών του, που θα ρέουν δάκρυα μετανοίας. Θα πρέπει, πριν φύγουμε απ’ αυτήν την ζωή, να έχουμε αλλάξει την καρδιά του Θεού.
Θα σας αναφέρω ένα απλό παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένα παιδί λύπησε την μητέρα του με μια παρακοή, μια ασέβεια. Όταν επιστρέψη αυτό το παιδί, και της πη: «Συγγνώμη, μητέρα, γι’ αυτό που έκανα˙ δεν θα το ξανακάνω», η μητέρα θα απάντηση: «Συγχωρεμένο να είσαι και μην το ξανακάνης». Την συγχώρεσι την πήρε. Αν όμως πέση στην αγκαλιά της κι αρχίση να κλαίη, να οδύρεται, να την παρακαλή και να την ικετεύη να του δώση από καρδιάς την συγγνώμη, τότε δεν θα μείνη η ελάχιστη λύπη και πικρία μέσα της για το σφάλμα του παιδιού. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο, που μετανοεί και επιστρέφει στον Θεό μετά από οποιοδήποτε αμάρτημα…
Όσον περισσότερον μετανοεί ο άνθρωπος, κι όσον περισσότερον χύνει δάκρυα μετανοίας, τόσον περισσότερον η καρδιά του Θεού αλλοιώνεται. Εις βάθος γίνεται η καταλλαγή του Θεού μετά του αμαρτωλού ανθρώπου, και ιδιαίτερα στην περίπτωσι αυτού του εγκλήματος της εκτρώσεως, όπου επιβάλλεται η ροή των δακρύων˙ να μη σταματήση το δάκρυ μέχρι τελευταίας αναπνοής.
Θα σας αναφέρω ένα περιστατικό με σχετική περίπτωσι:
Επάνω στην Μακεδονία, σε κάποιον προσκυνηματικό ναό, με θαυματουργό Άγιο, θα εγίνετο η πανήγυρις του ναού. Εκεί ήταν μία ενάρετη «καντηλανάφτισσα» -καλογριά, όπως λέει ο λαός. Αυτή εργάσθηκε πολύ, για να καθαρίση, να περιποιηθή τον ναό και το απογευματάκι ξάπλωσε λίγο να κλείση τα μάτια της, για να μπόρεση κατόπιν να συνέχιση τα υπόλοιπα.
Έπεσε να κοιμηθή, αλλά που να ξυπνήση; Κοιμόταν για μέρες. Φώναξαν τον γιατρό, για να δουν τι συμβαίνει, και τους λέει:
«Μη την ξυπνάτε˙ κάτι της συμβαίνει, που δεν μπορούμε να το ερμηνεύσουμε ιατρικώς. Πάντως κάποια στιγμή θα ξυπνήση».
Μετά από ημέρες -δεν θυμάμαι πόσες- ήρθε στον εαυτό της, ξύπνησε και ρώτησε:
—Μήπως άρχισε η αγρυπνία; Αυτή νόμιζε ότι κοιμήθηκε λίγες ώρες. Της απαντούν:
—Όχι, δεν άρχισε˙ σε λίγο θα αρχίση!
Αυτή το πίστεψε.
Όταν συνήλθε καλά, είπε στους προϊσταμένους εκεί του ναού:
—Σας παρακαλώ, φωνάξτε όλες τις γυναίκες του χωρίου να ‘ρθουν εδώ.
Πράγματι μαζεύτηκαν όσες ήταν δυνατόν να πάνε, και τους είπε:
—Άκουσε τι είδα: Εμένα με ωδήγησε ένας λαμπρός άνθρωπος προς τα κάτω. Κατέβαινα, κατέβαινα στο βάθος της καρδιάς της γης. Είδα εκεί φύλακες, είδα σκοτάδι, είδα φυλακισμένους, είδα πολλά πράγματα. Και ανάμεσα σ’ αυτούς που μου έδειχνε, είδα και τις γυναίκες που είχαν κάνει έκτρωσι να τρώνε από τα αίματα των εκτρώσεων τους! Έφριξα από την θέα αυτή και άκουσα τον άγγελο να μου λέη: «Τώρα που θα σε επιστρέψω επάνω στην γη, να καλέσης όλες τις γυναίκες και να διηγηθής τι είδες να τις αποτρέψης, από αυτό το έγκλημα. Γιατί αν δεν μετανοήσουν ανάλογα, σ’ αυτήν την κατάστασι θα έλθουν εδώ κάτω!».
Κι εμείς όλοι να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι πρέπει να βοηθήσουμε στην αποφυγή αυτού του εγκλήματος. Όταν πέση στην αντίληψί μας κάποια τέτοια περίπτωσις, αμέσως να πάρουμε θέσι αυστηρή και νουθετική. Συνήθως η γυναίκα που κάνει την έκτρωσι, δεν βλέπει και δεν ξέρει τι έχει γίνει από πλευράς ιατρικής μέσα της. Με την παραμικρή δυσκολία -είναι και της μόδας- πηγαίνει στον γιατρό και κάνει την έκτρωσι, σαν να πρόκειται να πετάξη ένα σκυλάκι η ένα γατάκι. Να την αποτρέψουμε, λοιπόν, ώστε να μην οδηγηθή σ’ αυτή, λέγοντας της ότι είναι το πιο μεγάλο έγκλημα.
Σαν πνευματικός σας συνιστώ, όποιες έχετε διαπράξει αυτό το αμάρτημα, είτε μία είτε πολλές φορές, προσπαθήστε διά των δακρύων να θεραπευθήτε ψυχικά, και χρησιμοποιώντας μία ανθρωπομορφική έκφρασι, θα έλεγα να απαλείψετε από την καρδιά του Θεού την λύπη και την πικρία. Βέβαια μετανοών ο άνθρωπος και κλαίων και αγωνιζόμενος και κοπιάζων σε πολλά πράγματα σαν άσκησι, κάνει ευμενέστερη την καρδιά του Θεού απέναντι του. Αποφαίνονται οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ότι η μετάνοια μπορεί να κατάκτηση τόσα πολλά, ώστε να φθάση στο σημείο να απαλείψη εντελώς από την καρδιά του Θεού την μνήμη της αμαρτίας, δηλαδή να αποσβήση εντελώς την ύπαρξι αμαρτημάτων στον άνθρωπο.
Βλέπετε της μετανοίας το μεγαλείο! Τι χρειάζεται σε όλους και πρώτον σ’ εμένα; Να μετανοούμε. Οσάκις πη ο άνθρωπος«ήμαρτον», ο Θεός απαντά «συγχωρημένος να είσαι». Πηγαίνουμε όμως να πάρουμε και την υπογραφή της συγγνώμης, η οποία παρέχεται από το πετραχήλι, δυνάμει του νόμου του μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως. Και με το θάρρος αυτό που μας παρέχει το μυστήριο της Εξομολογήσεως και η επίγνωσις της απεριορίστου και αδιάλειπτου και αενάου δυνάμεως της μετανοίας, θα προσερχώμεθα στον Θρόνο της Χάριτος του Θεού.
Να μη δειλιούμε, να μη δίνουμε αυτί στην απελπισία, να τρέχουμε στο μυστήριο. Απελπισία ποτέ! Εδώ παίζεται το μεγάλο παιχνίδι. Όσο και να νοιώθης εγκληματίας, ποτέ μη δέχεσαι την απελπισία. Να κράτησης γερά την ελπίδα. Όχι να σε ρίξη στον βυθό της απελπισίας και να χαθής. Όχι από τον ένα γκρεμό να πέσης στον άλλο. Προσβάλλεις την δόξα του Θεού, κατεβάζεις τον Θεό χαμηλά. Στήσε τον Θεό υψηλά στην καρδιά σου, εκεί στην αξία και στην μεγαλοπρέπεια Του, διότι είναι εις θέσιν Αυτός ο Θεός να σβήση παν αμάρτημα. Εάν ο Θεός εσταυρώθη κι έσβησε τα αμαρτήματα όλης της ανθρωπότητος, τι είναι μπροστά σ’ αυτά, τα δικά σου αμαρτήματα, αμαρτωλέ άνθρωπε;
Γι’ αυτό κι εμείς δεχόμεθα τους πάντες σ’ αυτό το σωτήριο λουτρό, σ’ αυτό το λιμάνι που λέγεται εξομολόγησις. Κι εκεί αράζει το κάθε τσακισμένο καράβι από τις φουρτούνες του ωκεανού. Είτε το έχουν δείρει άνεμοι η φουρτούνες η ληστές, ο,τιδήποτε κι αν είναι αυτό, έρχεται και γωνιάζει σιγά – σιγά. Του έχουν φύγει τα κατάρτια, τα πανιά και το μόνο που περισώζεται είναι το σκάφος, ο σκελετός. Και μπαίνει μέσα στα συνεργεία τα διορθωτικά, διορθώνονται όλα αυτά τα πράγματα και γίνεται πάλι καινούριο το καράβι αυτό.
Έτσι μία ημέρα ήλθε ένα τέτοιο καραβοτσακισμένο πλάσμα˙ ήλθε μία γυναίκα στο μυστήριο -εγώ βέβαια τη λυπήθηκα τρομερά- και μου παρουσιάζει η καημένη πενήντα εκτρώσεις! Βάλε τώρα το γεγονός αυτό να τίθεται στην κρίσι του πνευματικού˙ πενήντα φόνοι παιδιών! Φυσικά εφ’ όσον ο Θεός την έχει στην ζωή ακόμη, είναι εγγύησις του Θεού ότι την ανέχεται και την περιμένει, οπότε ποιος πνευματικός είναι εκείνος, ο οποίος θα της φερθή κατ’ άλλον τρόπον; Την πήρα βέβαια με πολλή στοργή, με πολλή αγάπη, προσπάθησα να την βολέψω και της έδωσα εκείνο το φάρμακο που της χρειαζότανε.
Σκεφθήτε πόσα χρόνια περάσανε˙ την βασάνιζε το αμάρτημα αυτό και δεν είχε την τόλμη να το πή! Και γύρισε πίσω με την ελπίδα της σωτηρίας. Πόσο τρομερή είναι η αγάπη του Θεού! Αλλά και η χαρά των Αγγέλων! «Επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι μεγάλη χαρά γίνεται εν τω ουρανώ» (Λουκ. 15, 7). Δεν είναι μόνον το ότι μετανοεί ο άνθρωπος και κλαίει και οδύρεται την κατάντια του και ο Θεός τον σώζει, αλλά και ότι παραχρήμα γίνεται και στον ουρανό χαρά. Ολόκληρος ο ουρανός πανηγυρίζει και οι Άγγελοι υμνούν και αινούν τον Θεό για την σωτηρία μιας αθανάτου ψυχής!
«Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι» (Ψαλμ. 31, 32)˙ δηλαδή είναι ευτυχής ο άνθρωπος, ο οποίος αξιώθηκε να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του. Τι ευχαριστία να αποδώση κανείς στον Θεό! Σκέψου˙ εγώ να έχω ζήσει χίλια χρόνια, να έχω κάνει όλα τα εγκλήματα του μεγαλύτερου εγκληματία και τελικά να με φωτίση το έλεος του Θεού, να επιστρέψω, για μια στιγμή να τα καταθέσω όλα και μέσα σε δύο λεπτά, σε λίγη ώρα να βρεθώ δίκαιος, να βρεθώ λουσμένος, να βρεθώ στους ουρανούς! Μα εκείνα τα χίλια χρόνια τι γίνονται; Πάνε εκείνα˙ μην τα λογαριάζεις, δεν υπάρχουν τώρα, έχουν σβήσει, δεν ζητουνται αυτά πλέον, βγήκαν από τα κατάστιχα των δαιμόνων αμέσως, πάραυτα! Είναι διαταγή του Θεού! Με το κάθε αμάρτημα που καταθέτεις, πατάει το κουμπάκι του «κομπιούτερ», τακ, άφεσις! Τακ, άφεσις! Άφεσις! Με άθροισμα από κάτω «μηδέν». Λευκό μητρώο! Ύστερα, είναι να μην προσκυνής αυτόν τον Θεό, να μην πέσης κάτω και να κλαις από αγάπη και έρωτα και πόθον Θεού;…
Εύχομαι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος να μας επισκιάζη όλους και να μας διατηρή εν Χριστώ. Αμήν.


Πηγή: Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης, Η τέχνη της Σωτηρίας, § Το τελειωτικό κτύπημα-ομιλία που έγινε στην Αμερική, εκδ. Ιεράς Μ. Φιλοθέου Αγ. Όρους

Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής.


Ο Εσπερινός της Πεντηκοστής.
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν…»


Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδος, του Ενός και Μοναδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητος, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν. ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».

Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ίλαρόν» και το πανηγυρικό
Μέγα Προκείμενο «Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μάς καλεί, κλήρο και λαό. να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στον Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «’Έτι και έτι. κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην».
Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιον Πνεύμα «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις. μία σύνταξις, μία προσκύνησις της Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας. χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.

Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο, σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει «γη και σποδός». Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος. το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή τού βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις τον σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητος των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησία του, στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος, στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί, στο βουνό, στον κάμπο, στη στάνη, στο δάσος, στην ξενιτιά· στο κάτεργο, στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!».
Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και «εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς».
 Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μάς αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε… καθάρισον ημάς τη ενεργεία του Αγίου Σου Πνεύματος».

Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός», τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω ευχομένω», τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρη προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν «δι’ Ου τα πάντα» (Εβρ. 2: 10). ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε.
 Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το «μέτρο πλήθος των αμαρτιών μας, Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησόν μου την ζωήν… και γνώρισόν μοι οδόν εν η πορεύσομαι». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου, Πνεύμα συνέσεως δώρησαι στην «αφροσύνη» μου.
Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας.
 Πνεύμα εύθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγαθότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν». για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σοι γαρ μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν ουκ οίδαμεν προσκυνείν Θεώ αλλοτρίω, ουδέ διαπετάζειν προς έτερον Θεόν τας εαυτών χείρας».
Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, ασεβή διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρίαν αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτόν, αναλαμβανόμενον ενώπιον της υπεραγάθου Βασιλείας Του»,

Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, άλλα και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένον θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλον θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περάτων της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ιωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς κ’ υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδίας!…

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αυτή στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η αενάως βρύουσα ζωτική και φωτιστική πηγή. η συναΐδιος του Πατρός δημιουργική δύναμις, ο πάσαν την οικονομίαν διά την των βροτών σωτηρίαν υπερκάλλως πληρώσας» (Η πηγή που πάντοτε κι ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας.
 Εσύ π[ου εκπλήρωσες κατά τον καλλίτερο τρόπο, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων.), Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου κι έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατήρι μας «άμωμον ιερείον» , αψεγάδιαστη θυσία, θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακον και βύθιον δράκοντα» και τον εδέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστον» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερον» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει: «Επάκουσον ημών δεομένων Σου, και ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου, των προκεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών και των λοιπών συγγενών κατά σάρκα και πάντων των οικείων της πίστεως, περί ων και την μνήμην ποιούμεθα νυν».
Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μάς τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή την «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μάς αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Άδη, δίνοντάς μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί όπου υπάρχει το φως κ’ η δροσιά κ’ ή αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!

Κι επισυνάπτεται σ’ αυτήν και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντάς Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο.
Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ημέρα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού. μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!

Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Άνες, άφες, συγχώρησον τα παραπτώματα ημών, τα εκούσια και τα ακούσια, τα εν γνώσει και εν αγνοία, τα πρόδηλα, τα λανθάνοντα, τα εν πράξει, τα εν διανοία, τα εν λόγω, τα εν πάσαις ημών ταις αναστροφαίς και τοις κινήμασι» και καταλήγει: «Και τοις μεν προλαβούσι ελευθερίαν και άνεσιν δώρησαι. ημάς δε τους περιεστώτας ευλόγησον, τέλος αγαθόν και ειρηνικόν παρεχόμενος ημίν…» (Δος μας συγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και αθέλητα, αυτά που διαπράξαμε ξέροντας πως είναι κρίματα κι αυτά κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με τον λογισμόμας κι όσα με λόγια, όσα κάναμε με κάθε συναστροφή και κάθε κίνησή μας …και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση κι εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντάς μας καλό και ειρηνικό τέλος της ζωής μας.)

Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο τον Θεό. όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους ηδική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Ως εκ τούτου, η τρίτη τούτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»

Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από τον Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση επ’ ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, προκρίνω ως επίλογο και επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:

«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν. εν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! (Στις εκκλησίες, Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ και πρωί και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σ’ ευλογήσω, Κύριε.)

πηγή: Ιωσήφ Μητροπ. Προικοννήσου, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως, σ. 98-108
           anavaseis.blogspot.com

Ψυχοσάββατο. Ποιό είναι το νόημα των προσευχών μας για τους νεκρούς;



Το ευλογημένο προστάδιο
Η Κυριακή της Απόκρεω λαμβάνει το όνομά της από το γεγονός ότι στη διάρκεια της εβδομάδας που ακολουθεί αρχίζει μια περιορισμένη νηστεία, αυτή του κρέατος. Η Εκκλησία αρχίζει να μας προσαρμόζει στη μεγάλη προσπάθεια που θα απαιτήσει από εμάς επτά ημέρες αργότερα­.
Σταδιακά μας βάζει στον μεγάλο αγώνα, γιατί γνωρίζει την ευπάθεια μας και προβλέπει την πνευματική μας αδυναμία.
Την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω η Εκκλησία μάς καλεί σε μια παγκόσμια ανάμνηση όλων «των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Αυτή πραγματικά είναι η μεγάλη ημέρα της Εκκλησίας κατά την οποία προσευχόμαστε για τα κοιμηθέντα μέλη της. Για να καταλάβουμε το νόημα που υπάρχει στη σχέση της Μεγάλης Σαρακοστής και της προσευχής για τους κοιμηθέντες θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Χριστιανισμός είναι η αποκάλυψη της αγάπης.

Μνήμη Θεού και ανθρώπου
Η νέα ζωή που μας έδωσε ο Χριστός και που μεταβιβάζεται σ’ εμάς διά της Εκκλησίας είναι πάνω απ’ όλα μια ζωή συνδιαλλαγής, «συναγωγής εις ενότητα όλων των διεσκορπισμένων», η αποκατάσταση της θραυσμένης από την αμαρτία αγάπης. Αλλά πώς είναι δυνατό ν’ αρχίσουμε ποτέ την επιστροφή μας στον Θεό και τη συμφιλίω­σή μας μ’ Αυτόν, αν από μέσα μας δεν ξαναγυρίσουμε στη μοναδική καινή εντολή της αγάπης; Ζητάμε από τον Θεό να θυμηθεί αυτούς που κι εμείς θυμόμαστε και τους θυμόμαστε ακριβώς γιατί τους αγαπάμε, Προσευχόμενοι γι’ αυτούς τους συναντάμε εν Χριστώ, ο οποίος «Αγάπη εστίν» και -ακριβώς επειδή είναι αγάπη- ξεπερνάει τον θάνατο, που είναι η τελική νίκη του χωρισμού και της έλλειψης της αγάπης. Μέσα στο Χριστό δεν υπάρχουν ζωντανοί και πεθαμένοι, γιατί όλοι είναι ζώντες εν Χρι­στώ.
Αυτός είναι η ζωή και αυτή η Ζωή είναι το φως του ανθρώπου. Αγαπώντας το Χριστό, αγαπάμε όλους εκείνους που ευρίσκονται εν Αυτώ.
Οι προσευχές μας για τους κεκοιμημένους
Ποιό είναι το νόημα των προσευχών μας για τους νεκρούς; Μήπως ζητούμε από το Θεό να κάνει κάποια αδικία; Βεβαίως όχι. Με την προσευχή μας αποδεικνύουμε ότι οι νεκροί δεν έζησαν μάταια. Μαρτυρούμε ότι μαζί με τα πολλά λάθη που έκαμαν στη ζωή τους, βοήθησαν να φυτευτεί ο σπόρος της αγάπης. Προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη και ευγνωμοσύνη και θυμόμαστε την παρουσία τους ανάμεσα μας. Η προσευχή μας γι’ αυτούς πρέπει να στηρίζεται και από τις πράξεις μας. Εάν στη ζωή μας δεν καρποφορεί ο σπόρος που αυτοί έσπειραν μέσα μας, τότε οι προσευχές μας γι’ αυτούς θα ’ναι αληθινά αδύναμες.
Πρέπει να ’μαστε σε θέση να λέμε: «Κοίταξε, Χριστέ μου, αυτός ο άνθρωπος έζησε και μ’ έκανε να τον αγαπήσω, μου ’δωσε παραδείγματα ν’ ακολουθήσω και τ’ ακολουθώ ». Και θα έλθει η ημέρα που θα μπορούμε να λέμε: «Ό,τι καλό βλέπεις στη ζωή μου δεν είναι δικό μου. Εκείνος μου το έδωσε, πάρε το και ας είναι αυτό προσφορά στην αιώνια μνήμη του, και ίσως-ίσως στη συγχώρεση του».
Η ζωή του καθενός μας δε λήγει με το θάνατό μας πάνω στη γη και τη γέννησή μας στον άλλο κόσμο. Η παρουσία μας σφραγίζει όποιον συναντήσουμε. Αυτή η ευθύνη συνεχίζεται και μετά θάνατον και έτσι οι ζωντανοί συνδέονται με τους κεκοιμημένους για τους οποίους και προσεύχονται. Για τους τεθνεώτες εμείς οι ζωντανοί δεν ανήκουμε πλήρως σ’ αυτό τον κόσμο· για εμάς οι κεκοιμημένοι ανήκουν ακόμη στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η προσευχή μας γι’ αυτούς είναι ουσιαστική, γιατί εκφράζει την πληρότητα της κοινής μας ζωής.
«Μνήσθητι, Κύριε, των επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών, και πάντων των εν ευσέβεια και πίστει τελειωθέντων, και συγχώρησαν αυτοίς παν πλημμέλημα εκούσιόν τε και ακούσιον, εν λόγω, ή έργω, ή κατά διάνοιαν πλημμεληθέν υπ’ αυτών.
Και κατασκήνωσον αυτούς εν τόποις φωτεινοίς, εν τό­ποις χλοεροίς, εν τόποις αναψύξεως, ένθα απέδρα λύπη, πάσα οδύνη, και στεναγμός, όπου η επισκοπή του προσώ­που σου ευφραίνει πάντας τους απ’ αιώνος Αγίους σου.
Χάρισαι αυτοίς την Βασιλείαν σου και την μέθεξιν των αφράστων και αιωνίων σου αγαθών, και της σης απέρα­ντου και μακάριας ζωής την απόλαυσιν ».

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου»)